gototopgototop
You are here: ΑΡΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ Άρθρα
  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size
Search

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΗΛΕΙΑΣ

ΑΡΘΡΑ

Ανορθόδοξες θεραπευτικές μέθοδοι

E-mail Εκτύπωση PDF

Διόρθωσις εις το ορθόν

Το ακόλουθο κείμενο είναι έργον στο μεγαλύτερό του μέρος της κ. Ελένης Ανδρουλάκη, συνεργάτιδος της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας.

Της ζητάμε συγγνώμην δια την καταχρηστικήν χρήσιν των πνευματικών της δικαιωμάτων. Ελπίζουμε να μας συγχωρέση και αυτή και ο συνήγορός της π. Αρσένιος. Διότι ό,τι παρανόμως επράξαμε, έγινε προς ωφέλειαν των συνανθρώπων μας, υπέρ των οποίων πιστεύομε ότι εργάζονται και αυτοί.

Αν δεν ικανοποιήθησαν, να με ενημερώσουν δια να το κατεβάσουμε αμέσως από την ιστοσελίδα μας.

† Ο Μητροπολίτης Ηλείας ΓΕΡΜΑΝΟΣ


Σεβασμιώτατε,

Σας ευχαριστώ θερμά που εμπιστευτήκατε την ελαχιστότητά μου για την συγκεκριμένη εισήγηση. Το θέμα είναι σοβαρό και αποτελεί μία ευκαιρία για όλους μας να ενημερωθούμε και να ενημερώσουμε, με τη σειρά μας, το ευλογημένο ποίμνιο της Μητροπόλεώς μας, για τις αποκαλούμενες ἀνορθόδοξες θεραπευτικές μεθόδους.

 

Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατε, ευλαβέστατοι ιερείς,

Εισαγωγή

Ο όρος Ανορθόδοξες Θεραπευτικές Μέθοδοι, συνοπτικώς ΑΝ.ΘΕ.Μ. (από τα αρχικά των τριών αυτών λέξεων) προτάθηκε από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών (Ι.Σ.Α.) το
1997. Υπό τον όρο αυτόν, συμπεριλαμβάνονται όλες οι «εναλλακτικές», ή «συμπληρωματικές», ή «αναπληρωματικές», ή «παραδοσιακές» θεραπευτικές, ο αριθμός των
οποίων υπερβαίνει τις χίλιες. Γρήγορα δε, ο όρος αυτός έγινε ευρύτερα αποδεκτός.

Στα «Πορίσματά της» «Η Θ’ Συνδιάσκεψις Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ιερών Μητροπόλεων δια θέματα Αιρέσεων και Παραθρησκείας», στον Άγιο Ιωάννη τον
Ρώσσο, στην Εύβοια, από 8-13 Οκτωβρίου 1997, στο κεφάλαιο των «Διαπιστώσεων» γράφει:
«β: ‘ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΕΣ’ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ». Πάρα πολλές Αποκρυφιστικές και Παραθρησκευτικές ομάδες εμπλέκουν με έναν πολύ επικίνδυνο τρόπο μέσα στις
διδασκαλίες τους και θέματα που αφορούν την υγεία… Οι ‘ανορθόδοξες (κατά τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών) θεραπευτικές μέθοδοι’… και άλλες αποκρυφιστικές τεχνικές,
για να εξαπλώσουν τις δοξασίες τους χρησιμοποιούν τις «θεραπευτικές αυτές», επαναφέροντας το γιατρό-μάγο στη σύγχρονη κοινωνία… Οι πλείστες από τις μεθόδους και
τεχνικές αυτές, θεμελιώνονται σε ασυμβίβαστη με την Ορθόδοξη Πίστη και ζωή κοσμοθεωριακή τοποθέτηση και εμπλέκουν μέσα στις διαδικασίες τους τον ανατολικό
μυστικισμό, τη μαγεία-σαμανισμό και τις αντιχριστιανικές αντιλήψεις της ‘Νέας Εποχής’».

 

Ανορθόδοξες θεραπευτικές μέθοδοι (ιατρικώς και εκκλησιαστικώς)

Τις λεγόμενες εναλλακτικές θεραπείες μπορεί να προσεγγίσει κάποιος από την επιστημονική-ιατρική πλευρά, αλλά και από την πνευματική πλευρά, την πλευρά δηλαδή της κοσμοθεωριακής των θεμελιώσεως, και των πνευματικών επιπτώσεων που ενδεχομένως έχει η ενασχόληση με αυτές. Την ιατρική πλευρά, είναι άλλοι αρμοδιότεροι να την πραγματευτούν. Εμείς θα ασχοληθούμε εδώ όσο μας το επιτρέπει ο χώρος με την πνευματική πλευρά. Θα πρέπει πάντως να πούμε εξ αρχής ότι και από επιστημονικής-ιατρικής πλευράς οι εναλλακτικές θεραπείες δεν γίνονται αποδεκτές[1].

Ορθόδοξος, γενικώς, χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος ο οποίος έχει την ορθή δοξασία ή γνώμη. Η, εκείνος ο οποίος ακολουθεί με συνέπεια και χωρίς παρεκκλίσεις τις αρχές
μιας ιδεολογίας, ή μιας θεωρίας, ή μιας επιστήμης, ή μιας θρησκείας, π.χ. Ορθόδοξος Χριστιανός.
Ανορθόδοξος δε, εκείνος ο οποίος παραβιάζει τα ορθά, τα καθιερωμένα και τα γενικώς παραδεκτά.
Ορθοδοξία, είναι η ορθή δοξασία, δηλαδή ή ορθή γνώμη σε ό,τι αφορά π.χ. στην επιστήμη, ή στη θρησκεία. Στην περίπτωση δε της θρησκείας, η ορθή θρησκευτική πίστη, σε
αντιδιαστολή προς τις αιρετικές δοξασίες.
Ανορθόδοξες Θεραπευτικές Μέθοδοι, χαρακτηρίζονται οι «μη συμβατικές» θεραπευτικές μέθοδοι, δηλαδή εκείνες οι οποίες δεν είναι επιστημονικώς αναγνωρισμένες
και δεν είναι επικυρωμένες
. Ενώ οι επιστημονικώς αναγνωρισμένες και επικυρωμένες, χαρακτηρίζονται ως «συμβατικές».

Από τις «μη συμβατικές» θεραπευτικές, περισσότερο ενδιαφέρουσες είναι οι λεγόμενες «ενεργειακές». Επειδή αυτές επικαλούνται την επενέργεια μιας εξωτερικής
ενέργειας ή δύναμης
, αναφερόμενης ως «Κοσμικής» ή «Συμπαντικής» δύναμης, ή «Παγκόσμιας Συνείδησης» ή ως «Υπέρτατης Αρχής» ή και το «Όλον». Εξ ου και
ολιστικές όλες αυτές οι θεραπευτικές. Η Δύναμη αυτή, όπως την περιγράφουν, «ρέει και εισδύει παντού». Και στον άνθρωπο, για να τον θεραπεύσει ή για να προστατεύσει
την υγεία του, με τη μεσολάβηση πάντοτε ενός θεραπευτή, ενός «μυημένου» ως «μεσάζοντα» ή «μέντιουμ». Με την διαμεσολάβηση το οποίου, ο άνθρωπος, ωσάν μια
συσκευή, δέχεται την κοσμική ενέργεια, την οποία αποκρυπτογραφεί, και ανταλλάσσει με αυτή την ενέργεια από τη δική του ενέργεια, μέχρι να επέλθει εξισορρόπηση μεταξύ
τους. Με την αμφίδρομη δε αυτή «λειτουργία» - όπως ισχυρίζονται- προστατεύεται η υγεία του ανθρώπου και θεραπεύεται η αρρώστια του.

Οι «ενεργειακές αυτές θεραπευτικές μέθοδοι», προβάλλονται από τους υποστηρικτές τους ως: «εναλλακτικές» ή «συμπληρωματικές» ή «αναπληρωματικές» ή και
«παραδοσιακές». Με τους χαρακτηρισμούς δηλαδή οι οποίοι τους προσδίδουν και μια κάποια επιστημονικοφάνεια.
Οι περισσότερο γνωστές από τις «ενεργειακές θεραπευτικές», είναι: Βελονισμός, Ομοιοπαθητική, Ρεφλεξολογία, Ζωνοθεραπεία, Οστεοπαθητική, Μαγνητοθεραπεία,
Σιάτσου, Γιόγκα, Διαλογισμός, Μακροβιοτική, Οργονομία, Αρωματοθεραπεία, Ανθοϊαματική, Χρωματοθεραπεία και μερικές άλλες ακόμη.

Ευνόητος πλέον ο λόγος για τον οποίο, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών τις «θεραπευτικές» αυτές τις έχει χαρακτηρίσει «Ανορθόδοξες Θεραπευτικές Μεθόδους», και
συνοπτικώς ΑΝ.ΘΕ.Μ. από τα αρχικά των λέξεων αυτών[2].

Για πολλούς αιώνες ο δυτικός πολιτισμός βασιζόταν στον ορθολογισμό. Αν και η ακραία μορφή του ορθολογισμού δεν βρίσκει σύμφωνους τους Χριστιανούς, η ορθολογιστική σκέψη αποτελεί πολύτιμο εργαλείο του ανθρώπου, γιατί οδηγεί στην ανάπτυξη της επιστήμης. Πραγματικά, η αληθινή επιστήμη στηρίζεται σε αντικειμενικές μεθόδους έρευνας, οι οποίες αποκλείουν οτιδήποτε μεταφυσικό και κατά συνέπεια αναπόδεικτο. Όταν κάνουμε επιστήμη επιβάλλεται να είμαστε ελεύθεροι από υποκειμενικές ή προσωπικές πεποιθήσεις, κοσμοθεωριακές αντιλήψεις και φιλοσοφίες, αλλιώς οδηγούμαστε στην κατάργηση της επιστήμης, στη δημιουργία μιας ψευδοεπιστήμης, στο σκοταδισμό και την αναβίωση του Μεσαίωνα με ό,τι αυτό συνεπάγεται[3].

Επιστήμη είναι η γνώση του επιστητού δηλαδή εκείνου το οποίο μπορεί να γίνει γνωστό με την παρατήρηση και το πείραμα. Και η Ιατρική, ως θετική επιστήμη, πρέπει να
υπακούει σε ορισμένες παραδοχές, μεταξύ των οποίων κυριότερες είναι:
α) η πραγματική ύπαρξη των δεδομένων, β) οι φυσικές αισθήσεις, οι οποίες δίνουν μία αξιόπιστη αντίληψη περί του υπαρκτού φυσικού κόσμου, γ) ότι, τα παρατηρούμενα
αποτελέσματα των φυσικών γεγονότων έχουν αιτίες και, δ) ισχύουν οι κανόνες της λογικής και του ορθού λόγου. Όταν δε απουσιάζει έστω και μία από αυτές, δεν μπορεί
η επιστήμη να θεωρείται ως θετική επιστήμη.
Για τις θετικές επιστήμες, μάλιστα, υπάρχουν και κάποιοι περιορισμοί, βασικότεροι των οποίων είναι: α) ο περιορισμός στα μετρήσιμα γεγονότα και, β) στην έρευνα του
τρόπου των φυσικών φαινομένων, όχι του σκοπού. Διότι σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να πρόκειται για σοφίσματα, αλλά και για εκτροπές από τα αυστηρώς επιστημονικά,
με λήψη του ζητουμένου ως αποδεδειγμένης αλήθειας.
Η Επιστημονική Ιατρική διεθνώς είναι μία. Αναθεωρείται δε συνεχώς και ανανεώνεται βάσει των νεότερων επιστημονικών δεδομένων. Δεν χρειάζεται επομένως η
επιστημονική ιατρική τις οποιεσδήποτε εμφανιζόμενες ως «εναλλακτικές», ή «συμπληρωματικές», ή «αναπληρωματικές», ή τις χαρακτηριζόμενες ως «παραδοσιακές»
θεραπευτικές μεθόδους[4].

Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί αυτή ακριβώς η πραγματικότητα : η καταδυνάστευση της λογικής σκέψης από διάφορα σχήματα ανελευθερίας και πλάνης, όπως αυτό του ανατολικού μυστικισμού, ο οποίος έχει εισχωρήσει ακόμα και μεταξύ των Χριστιανών. Τούτο αποτελεί θλιβερή εμπειρία πολλών πνευματικών, αλλά και ειδικών μελετητών, όπως ο συγγραφέας Dave Hunt, ο οποίος επισημαίνει ότι εκατομμύρια ανθρώπων παγκοσμίως στρέφονται και αποδέχονται με ενθουσιασμό πρωτόγονες παγανιστικές θρησκευτικές πρακτικές. Ο Dave Hunt πολύ εύστοχα παρατηρεί : «Με κάποια παράξενη μεταμόρφωση ο αποκρυφισμός έχει γίνει επιστημονικός»[5].

Αυτή η στροφή προς τις παγανιστικές θρησκείες άρχισε το 1875 από μία οργανωμένη ομάδα αποκρυφιστών, τη γνωστή ως «Θεοσοφική Εταιρεία» της Helena Petrovna Blavatsky[6]. O στόχος των Θεοσοφιστών ήταν να ενώσουν όλες τις παγκόσμιες θρησκείες σε μια κοινή «αλήθεια»· μάλιστα «χρησιμοποιώντας δαιμονικές πρακτικές επικοινωνίας με τα πνεύματα και καθοδηγούμενοι από αυτά οι Θεοσοφιστές έγραφαν εκτενώς πώς θα κατέστρεφαν το Χριστιανισμό και θα τον αντικαθιστούσαν με τον αποκρυφισμό»[7].

Έναν αιώνα αργότερα, η μαθήτρια της Θεοσοφίστριας Alice Bailey[8] και μία από τους κυριότερους εκφραστές του κινήματος της Νέας Εποχής, η Marilyn Ferguson, εξηγούσε πώς «η ιατρική θα επανεφευρισκόταν ώστε η βάση της να μετατοπιστεί από το δυτικό ορθολογισμό στον ανατολικό μυστικισμό»[9].

Η Ferguson ανακήρυττε το παλιό ιατρικό μοντέλο νεκρό και προς αντικατάστασή του συνιστούσε ένα «ολιστικό μοντέλο υγείας». Στο νέο αυτό ολιστικό μοντέλο περιλαμβανόταν ο κόσμος των πνευμάτων και τα «ενεργειακά πεδία»[10].

Οι λεγόμενες εναλλακτικές θεραπείες αποτελούν την εφαρμογή στο χώρο της υγείας των κοσμοθεωριακών αντιλήψεων της Νέας Εποχής του Υδροχόου. Για το τι είναι αυτό το κίνημα ή καλύτερα το σύνδρομο, όπως έχει χαρακτηρισθεί, της «Νέας Εποχής», έχουν γραφεί πολλά τα τελευταία χρόνια. Έννοιες και πραγματικότητες όπως η Νέα Τάξη Πραγμάτων και η Παγκοσμιοποίηση αποτελούν πτυχές του φαινομένου της Νέας Εποχής. Βασικά στοιχεία της διδασκαλίας της Νέας Εποχής είναι η πίστη σε απρόσωπο Θεό, στο «νόμο» του κάρμα και των μετενσαρκώσεων, και στη δυνατότητα της μετελίξεως του ανθρώπου σε κατ' ουσίαν Θεό με τις δικές του δυνάμεις και με τη βοήθεια και χρήση του διαλογισμού. Κεντρική θέση στη διδασκαλία των ομάδων της Νέας Εποχής έχει η «ολιστική θεώρηση του κόσμου». Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, υπάρχει ένας απρόσωπος θεός, ο οποίος είναι μια παγκόσμια δύναμη ή ενέργεια, που ταυτίζεται με το σύμπαν. Τα πάντα είναι εκδήλωση αυτής της απόλυτης ενέργειας. Δεν υπάρχει διάκριση ουσίας ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο˙ ο Θεός δεν υπάρχει έξω από τον άνθρωπο[11].

Για την Νέα Εποχή, λοιπόν, όλα είναι ενέργεια, όλα είναι ένα («Εν το παν», καθώς διδάσκει η Θεοσοφία) και όλα είναι θεός. Με βάση αυτή τη θεώρηση οι αποκρυφιστές διδάσκουν ότι ο άνθρωπος ανακαλύπτοντας τον «Θεό Εαυτό» του και ενεργοποιώντας τις απόκρυφες δυνάμεις που κρύβει μέσα του μπορεί να αυτοθεραπεύεται[12].

Πολλές από τις εναλλακτικές ή «ολιστικές» πρακτικές υγείας, όπως θα φανεί στη συνέχεια, απορρέουν από ένα θρησκευτικό ή φιλοσοφικό σύστημα που έρχεται σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό. Επιπλέον, οι περισσότερες από τις πρακτικές και μεθόδους της εναλλακτικής «θεραπευτικής» δεν έχουν καμία ιατρική ή επιστημονική βάση και όταν επικαλούνται επιστημονική εγκυρότητα αυτή είναι από ανεπαρκώς αποδεδειγμένη έως και εντελώς ανύπαρκτη.

Μελετώντας κανείς τις μεθόδους αυτές, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί αποκρυφιστικών ή φιλοσοφικών θεωριών αναμεμειγμένων με ιατρικούς ή επιστημονικούς όρους. Συχνά μάλιστα οι επιστημονικοί όροι, χρησιμοποιούνται εντελώς λανθασμένα και αντιεπιστημονικά, οι όροι δηλαδή αλλοιώνονται και το περιεχόμενό τους αλλάζει. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα : γνωστός βελονιστής και διευθυντής εκπαίδευσης του «Μετεκπαιδευτικού Κέντρου Βελονοθεραπείας» δηλώνει ότι «υπάρχει συμπαντική ενέργεια. Υπάρχει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία σε ένα φάσμα από 0-300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο»[13]! (sic). Τί θα πει συμπαντική ενέργεια; Το φάσμα δεν μετριέται σε ταχύτητα, μετριέται σε μήκος, λένε κατηγορηματικά οι φυσικοί επιστήμονες.

Η Νέα Εποχή[14], που «έχει τις ρίζες της στη Θεοσοφία, είναι μία σύνθεση ανατολικών θρησκειών και αρχαίων μυστηριακών διδασκαλιών και ένας συνδυασμός γνωστικισμού και πνευματισμού … Η μέχρι [τότε] αντίληψη περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου, απορρίπτεται και τη θέση της παίρνει η νέα ολιστική αντίληψη, δηλαδή η πίστη ότι όλα τα πράγματα είναι αλληλοεξαρτώμενα και κατά συνέπεια πρέπει να θεωρούνται ολιστικά. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή δεν υπάρχει διαφορά ουσίας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, ανάμεσα στον κόσμο και τον Θεό, αλλά όλα στην ουσία τους αποτελούνται από ένα ‘Παγκόσμιο Συμπαντικό Πνεύμα και Ενέργεια’ … Ο Θεός δεν είναι για την κίνηση [της Νέας Εποχής] πρόσωπο, αλλά ταυτίζεται με το ‘Παγκόσμιο Πνεύμα’ ή τη ‘Συμπαντική Ενέργεια’»[15].

Η Νέα Εποχή λοιπόν έχει τις ρίζες της στο Βουδισμό, τον Ινδουισμό, τον Ταοϊσμό και τον Αποκρυφισμό, και αποτελεί σύνθεση όλων αυτών. Η Νέα Εποχή αποτελεί μία κίνηση, η οποία από πολλούς μελετητές της αποκαλείται ‘αντιχριστιανική θρησκεία’[16]. Κατά τη Νέα Εποχή -εφεξής Ν.Ε.- ο Θεός δεν είναι πρόσωπο, ο Θεός είναι απρόσωπη δύναμη ή ενέργεια που μπορεί να χειραγωγηθεί· μάλιστα για να περιγράψουν το Θεό οι οπαδοί της Ν.Ε. χρησιμοποιούν όρους όπως «Δύναμη, Ενέργεια, Ουσία, Συνειδητότητα, Δόνηση, Αρχή και Ον»[17].

 

Τα βασικά πιστεύω της Νέας Εποχής θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

 

  1. Τα πάντα είναι Ένα. Ολόκληρη η πραγματικότητα είναι μέρος του όλου (ολισμός ή μονισμός).
  2. Τα πάντα είναι Θεός και ο Θεός είναι τα πάντα- όπου με τον όρο Θεός εννοείται όχι ο Θεός ως πρόσωπο, αλλά η συμπαντική ενέργεια. (πανθεϊσμός)
  3. Η φύση που συχνά αποκαλείται «Μητέρα Γη» αξίζει να λατρεύεται ως θεά. (ειδωλολατρία στην πρωτόγονη έκφρασή της)
  4. Ο άνθρωπος είναι θεός, ο άνθρωπος έχει κρυμμένες, απεριόριστες, ανεξάντλητες δυνάμεις και μπορεί στηριζόμενος στον εαυτό του ή χρησιμοποιώντας μαγεία και διάφορες άλλες τεχνικές να πετύχει κυριολεκτικά τα πάντα [18]. (η παλαιά εωσφορική πλάνη «και έσεσθε ως θεοί» [19])
  5. Δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα και ο άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει τη δική του πραγματικότητα και τις δικές του υποκειμενικές αξίες με τις αποκαλούμενες «καταστάσεις αλλαγμένης συνειδητότητας»[20] (η παλαιά εωσφορική πλάνη «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί»[21]).
  6. O άνθρωπος δεν θα πεθάνει, αλλά θα ξαναζήσει σ’ αυτόν τον κόσμο διαμέσου της μετενσαρκώσεως. (η παλαιά εωσφορική πλάνη «Ου θανάτω αποθανείσθε»[22]). «Στον πυρήνα της Ν.Ε. βρίσκεται η Μετενσάρκωση…και ούτε και θα αρρωστήσετε ποτέ με την ολιστική θεραπευτική, την άσκηση, τη δίαιτα[23], τη βοτανοθεραπεία, τη βιοανάδραση, το βελονισμό … τη μαγεία, τα θεραπευτικά αποτελέσματα των κρυστάλλων, των πυραμίδων και πολλές άλλες προλήψεις»[24].

Αφού είδαμε τις ρίζες και τις δοξασίες της θα πρέπει να πούμε ότι η Νέα Εποχή «είναι ένα παγκόσμιο δίκτυο από πολλές χιλιάδες οργανισμών, που συμπράττουν και αποσκοπούν στο σχηματισμό μιας ‘Τάξεως Νέου Κόσμου’»[25], δηλαδή μιας Νέας Παγκόσμιας Τάξεως Πραγμάτων, όπου διαγράφεται ο αληθινός Θεός και όλα γίνονται ένα. Και βεβαίως η Ν.Ε. «εκμεταλλεύεται όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, πνευματικές, υλικές…και προσπαθεί να διεισδύσει σ’ όλους τους τομείς της ζωής και της κοινωνίας» [26] (εκπαίδευση, σωματική και ψυχική υγεία, ψυχαγωγία, πολιτική, οικονομία κτλ.) και να προσηλυτίσει ει δυνατόν τους πάντες. Πόσο μπορούμε ή θα μπορέσουμε να αντισταθούμε στη Ν.Ε. εξαρτάται από την προσπάθειά μας να νικήσουμε τον εγωισμό μας : διότι η Ν.Ε. προβάλλει κατεξοχήν τη λατρεία του εαυτού μας που γίνεται είδωλο. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο κ. Χρήστος Γεωργίου, αν. καθηγητής Βιοχημείας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, η φιλοσοφία της «εσωστρεφούς πνευματικής αναζήτησης» της Ν.Ε. πρεσβεύει ότι δήθεν «οι κοινωνίες μπορούν να γίνουν δίκαιες όταν τα άτομα ‘μεταβούν’ σε καταστάσεις ανώτερου πνευματισμού (sic) και αποτελέσουν μέρος μιας ‘συμπαντικής συνείδησης’… Αυτό υποτίθεται ότι θα επιτευχθεί με τη βοήθεια ολιστικών, υπερβατικών ψυχο-μεθόδων (π.χ. διαλογισμός, νιρβάνα, μέθοδος Silva, μαγείες, αστρολογία) καθώς και ‘εναλλακτικών’ ψυχοσωματικών ‘θεραπειών’ (π.χ. ομοιοπαθητική, βελονισμός, αγιουρβέδα, θεραπευτικό άγγιγμα, ρεφλεξολογία, κρύσταλλοι/πυραμίδες, βοτανοθεραπείες). Αυτές οι ψευδοεπιστημονικές ‘θεραπείες’ νομιμοποιούνται στη συνείδηση της κοινής γνώμης από τις πολιτικές ελίτ, μέσω της ανοχής του βιοϊατρικού πανεπιστημιακού κατεστημένου, και της υπόθαλψής τους από μερίδα του είτε λόγω επιστημονικής αγνοίας ή/και οικονομικών συμφερόντων. Συνέπεια αυτού είναι να ασκείται στη χώρα μας η ομοιοπαθητική και ο βελονισμός ακόμα και από γιατρούς…παρά την απόρριψή τους από τα πανεπιστήμια ως ιατρικές ειδικότητες»[27].

Το νέο μοντέλο «Ιατρικής», γνωστό ως Εναλλακτική/ Συμπληρωματική/ Ολιστική/ Απόκρυφη Ιατρική ή Ολιστικό Κίνημα Υγείας δεν αποτελεί ανεξάρτητο, ξεκομμένο φαινόμενο, αλλά εντάσσεται στο κίνημα της Ν.Ε. που έχει διεισδύσει στην κοινωνία. Η Marilyn Ferguson απροκάλυπτα δηλώνει ότι «η επικείμενη μεταμόρφωση της ιατρικής είναι ένα παράθυρο στην μεταμόρφωση όλων μας των θεσμών»[28].

«Η Ιατρική της Ν.Ε. είναι ο κλάδος ‘υγεία’ του κινήματος της Ν.Ε. και αφορά στην εφαρμογή ανατολικών/απόκρυφων μεθόδων για τη θεραπεία όπως ισχυρίζονται του όλου ανθρώπου- σώματος, νου και ψυχής»[29]. Οι εκφραστές της, μάλιστα, συχνά ισχυρίζονται ότι η κλασική Ιατρική έχει αποτύχει να θεραπεύσει τον άνθρωπο. Κατά την ολιστική «Ιατρική» της Ν.Ε. «Η υγεία είναι ολότητα, αρμονία μεταξύ πνεύματος και σώματος, ενότητα με την παγκόσμια πνευματική ενέργεια, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσω του διαλογισμού, μέσω της χρήσεως πρακτικών, όπως η αρωματοθεραπεία, η χρωματοθεραπεία, η κυματοθεραπεία, η ιριδολογία, η ρεφλεξολογία και τα αιθέρια έλαια, μέσω του βελονισμού και της πιεσοθεραπείας (σιάτσου), τα οποία αποκαθιστούν την ισορροπία των δυνάμεων μέσα στο σώμα.»[30].

Μεταξύ των αντιθέσεων που επισημαίνονται ανάμεσα στην Ορθόδοξη/Επιστημονική (δηλ. Κλασική) Ιατρική και την Ιατρική της Ν.Ε. ας προσέξουμε τις εξής:

 

1) Για την Επιστημονική Ιατρική η ασθένεια εμφανίζεται στο σωματικό επίπεδο και πρέπει να θεραπεύεται σωματικά. Για την Ιατρική της Ν.Ε. η ασθένεια ξεκινά από ένα ενεργειακό επίπεδο και πρέπει να θεραπεύεται ενεργειακά.

 

2) Η κοσμοθεωρία της Επιστημονικής Ιατρικής δεν είναι ασύμβατη με αυτή του Χριστιανισμού, ενώ η Ιατρική της Ν.Ε. [αντιτίθεται προς το Χριστιανισμό γιατί] βασίζεται στον αποκρυφισμό, τον πανθεϊσμό και/ή τη φιλοσοφική πνευματοκρατία.

 

3) Ο ιατρικός προσανατολισμός της Επιστημονικής Ιατρικής είναι οι επιστήμες: βιολογία, ανατομία, φυσιολογία, χημεία, φαρμακολογία κτλ. Αντιθέτως, η «Ολιστική Ιατρική» βασίζεται:

 

α) στην Ανατολική-απόκρυφη φιλοσοφία και πρακτική : Κινέζικη (π.χ. Ταοϊσμός, στον οποίο βασίζεται ο βελονισμός), Ινδουιστική (π.χ. Βεντάντα, στην οποία βασίζεται η αγιουρβέδα) κτλ

β) στη Δυτική απόκρυφη βιταλιστική φιλοσοφία και πρακτική (π.χ. ομοιοπαθητική, ανθρωποσοφική ιατρική)

 

4) Τα πορίσματα της Επιστημονικής Ιατρικής γενικά χαρακτηρίζονται από συνέπεια, τόσο στο πλαίσιο της επιστήμης, όσο και διεπιστημονικά, ενώ τα αντίστοιχα της Ιατρικής της Ν.Ε. είναι συχνά ασυμβίβαστα τόσο με την Ιατρική επιστήμη (π.χ. χάρτες ρεφλεξολογίας, ιριδολογίας) όσο και με τους άλλους επιστημονικούς κλάδους.

Περί Ομοιοπαθητικής

Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε, ακόμη και στο χώρο της Εκκλησίας, την ευρύτατη διάδοση των διαφόρων εναλλακτικών-ανορθόδοξων θεραπευτικών μεθόδων, κυρίως της Ομοιοπαθητικής.

Στο σημείο αυτό κρίνουμε ἀπαραίτητο να παρουσιάσωμε περιληπτικῶς τις γενικές ἀρχές τῆς ΟΠ, το φιλοσοφικό της ὑπόστρωμα, τον τρόπο με τον ὁποῖον ἀντιλαμβάνονται οἱ ὁμοιοπαθητικοί την ἔννοια τῆς «ζωτικῆς δύναμης», την ἄποψή τους περί «μιασμάτων», την θεραπευτική προσέγγιση και τον τρόπο δράσεως τῶν ὁμοιοπαθητικῶν φαρμάκων, τα πειράματά τους –provings- με τα ὁποῖα διαπιστώνουν τα χαρακτηριστικά «της ψυχής» ἤ «προσωπικότητας» τῶν διαφόρων «θεραπευτικῶν» οὐσιῶν (ὁμοιοπαθητικῶν φαρμάκων), ὅπως και να γνωστοποιήσωμε και την ἄποψη τῶν ὁμοιοπαθητικῶν ὅτι «η ομοιοπαθητική σώζει πραγματικά ψυχές με αυτό τον τρόπο… Η ομοιοπαθητική μέσα από αυτή τη διαδικασία βοηθά τον άνθρωπο να έλθει σε επαφή με τον Θεό»[31]

Σημειωτέον ὅτι προκειμένου να μην ὑπάρξει παρανόηση στα ἀφορῶντα την ΟΠ, πως ατή διδάσκεται και φαρμόζεται στην λλάδα, παρετέθησαν ἐπί λέξει, ἐντός εἰσαγωγικῶν, οἱ σχετικές θέσεις, ὅπως αὐτές ἐμφανίζονται σε βιβλία περί τῆς ΟΠ.

 

I. Γενικές ρχές τς «μοιοπαθητικς» (ΟΠ)-«Φιλοσοφικό» πόβαθρο

 

α. Tα τρία επίπεδα του ανθρώπινου όντος

«Το ανθρώπινο ον είναι ένα ενιαίο σύνολο που ενεργεί …μέσα από τρία ξεχωριστά επίπεδα: το διανοητικό, το συγκινησιακό και το σωματικό»[32]. «…πάντα όμως υπάρχει μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ των τριών επιπέδων»[33].

«Το διανοητικό επίπεδο είναι το πιο σημαντικό για την ύπαρξη ενός ατόμου»[34]. «Το συγκινησιακό επίπεδο έρχεται δεύτερο σε σπουδαιότητα μετά το διανοητικό. Αυτό το επίπεδο είναι άρρωστο στο βαθμό που το άτομο εκφράζει αρνητικά συναισθήματα, όπως ζήλεια, φθόνο, αγωνία, φανατισμό, μελαγχολία…Σε διαταραχές αυτού του επιπέδου ανήκουν το άγχος, η αγωνία, η νευρικότητα, οι φόβοι, οι φοβίες και η κατάθλιψη… Το σωματικό επίπεδο και τα όργανά του έχουν τη μικρότερη σπουδαιότητα για το ανθρώπινο ον»[35]. «Σημεία ή συμπτώματα ενός νοσογόνου ερεθίσματος εμφανίζονται σε ένα ή περισσότερα από τα τρία επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης»[36].

«…Ένα πολύ βαθιά εδραζόμενο ένστικτο στα ανθρώπινα όντα είναι…η πνευματική ἐπιβίωση. Εάν αυτό διαταραχθεί, εάν αυτό ματαιωθεί, τότε αναπτύσσονται συμπτώματα. Βλέπεις όλοι είμαστε αδύναμοι. Χρειαζόμαστε αυτό το σύνδεσμο με το Θεό, άσχετα σε ποια θρησκεία ανήκουμε. Χρειαζόμαστε αυτό το σύνδεσμο, και υπάρχει μία επείγουσα ανάγκη γι’ αυτό το σύνδεσμο, για να καταστήσει δυνατή την επιβίωσή μας πέραν από τον κόσμο αυτό»[37].

 

β. «Ζωτική δύναμη»

«Κάποια ζωοποιός δύναμη ή αρχή μπαίνει στον οργανισμό τη στιγμή της σύλληψης, κατευθύνει όλες τις λειτουργίες της ζωής και κατόπιν φεύγει την ώρα του θανάτου»[38]. «Η ζωτική δύναμη είναι μία ενέργεια που κατευθύνει ολόπλευρα τις εκδηλώσεις της ζωής στον οργανισμό…Αντιδρά προσαρμοστικά στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, ζωογονεί το συγκινησιακό κόσμο του ατόμου, γεννά τις σκέψεις και τη δημιουργικότητα, ρυθμίζει την έμπνευση…Η βιταλιστική σχολή πίστευε ότι αυτή η ζωτική δύναμη συνδέει το άτομο με την υπέρτατη Αρμονία του Σύμπαντος»[39].

«Η ζωτική δύναμη περιλαμβάνει οπωσδήποτε μία μεγάλη ποικιλία λειτουργιών. Ονομάζουμε «αμυντικό μηχανισμό» εκείνη την πλευρά που επιτυγχάνει την ισορροπία σε καταστάσεις ασθένειας. Το πεδίο δράσης του περιλαμβάνει και τα τρία επίπεδα του οργανισμού, είναι συστατικό μέρος της ζωτικής δύναμης[40].

Οι ιδιότητες της ζωτικής δύναμης ή «στοιχειώδους ουσίας», κατά τον J.T.Kent είναι οι ακόλουθες: «Α. Είναι προικισμένη με μορφοποιητικό νου…ενεργώντας με ευφυή τρόπο Β. Διαπερνά το σύνολο της υλικής υπόστασης…Γ) Οποιαδήποτε κίνηση οφείλεται στη στοιχειώδη ουσία…Η ζωτική ουσία…είναι δημιουργική, διαρκώς οικοδομεί και ανοικοδομεί το σώμα»[41].

«…όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί παίρνουν ζωή από μια “ενυπάρχουσα ενέργεια” (ζωτική δύναμη), η οποία όταν διαταράσσεται, οδηγεί στην αρρώστια και όταν διεγείρεται θετικά οδηγεί στην υγεία»[42]. «Η Ομοιοπαθητική είναι μία συστηματική μέθοδος διέγερσης της ζωτικής δύναμης του οργανισμού, προκειμένου να θεραπεύσει την αρρώστια»[43]. «Η ασθένεια, είναι πάντα από τη φύση της πρωταρχικά υπόθεση ενεργειακή, όπως και η ανάρρωση, και για να υπάρξει θεραπεία πρέπει να επέλθει μία κατάσταση ισορροπίας σε δυναμικό επίπεδο»[44]. «Αυτή τη δύναμη που κάνει τη διαφορά μεταξύ νεκρού και ζωντανού οργανισμού ο Χάνεμαν ονόμασε ζωτική δύναμη»[45].

«Η ιδέα της ύπαρξης μιας ευφυούς ζωτικής δύναμης, η οποία διαπερνά τον ανθρώπινο οργανισμό και αποτελεί ενδεχομένως ένα πεδίο όμοιο ή ανάλογο με το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο ανοίγει νέες προοπτικές για τη θεραπευτική και μπορεί πραγματικά να οδηγήσει στην εποχή της ενεργειακής ιατρικής»… περαιτέρω, διατυπώνεται «η υπόθεση ότι η συμπεριφορά της ζωτικής δύναμης είναι ανάλογη με τη συμπεριφορά των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων»[46].

«Το επίπεδο της ζωτικής δύναμης του ανθρώπινου οργανισμού θεωρείται σαν το δυναμικό πεδίο που επηρεάζει ταυτόχρονα όλα τα επίπεδά του και σε διαφορετικούς ρυθμούς αρμονίας και ισχύος»[47]. «Όταν ο οργανισμός εκτίθεται σ’ ένα ερέθισμα, είτε νοσογόνο είτε θεραπευτικό, το πρώτο που συμβαίνει είναι μια μεταβολή της δονητικής συχνότητας στο δυναμικό πεδίο».

«Η ζωτική δύναμη είναι συνώνυμη του ηλεκτροδυναμικού πεδίου του σώματος και συνεπώς υπόκειται στις γενικές αρχές της φυσικής…το πεδίο αυτό καθορίζεται από όρους κυμάτων»[48]. «Το πλάτος είναι μέτρο της πραγματικής δύναμης που περιέχεται στο κύμα»[49] και «Η δύναμη (ή ενέργεια) του κύματος (ή πεδίου) είναι ανάλογη τόσο με το πλάτος όσο και με τη συχνότητα»[50]. «Το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο του ανθρωπίνου σώματος μπορεί να θεωρηθεί ως το δυναμικό επίπεδό του». «Το δυναμικό επίπεδο είναι το επίπεδο της ίδιας της ουσίας της ζωής...διαπερνά όλα τα άλλα επίπεδα, προϋπάρχει αυτών και δρα μέσα από αυτά. Έχει με το σώμα την ίδια ακριβώς σχέση που έχουν τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία με την ύλη»[51]. Στην πραγματικότητα ταυτίζεται πό το συγγραφέως το λεκτρομαγνητικό πεδίο με τη «ζωτική δύναμη». «Ο Χάνεμαν γράφει στο Organon Ιατρικής ότι η ζωτική δύναμη είναι εκείνη που πρωταρχικά διαταράσσεται από τη δυναμική επίδραση ενός νοσογόνου παράγοντα πάνω στον οργανισμό»[52].

«Όταν αρρωσταίνει ο οργανισμός, το πρώτο που διαταράσσεται είναι το δυναμικό-ηλεκτρομαγνητικό πεδίο του σώματος και στη συνέχεια δραστηριοποιείται ο αμυντικός μηχανισμός»[53].

 

γ. Περί των «μιασμάτων»

Ἡ τρίτη μεγάλη συμβολή τοῦ Χάνεμαν στην Ἰατρική εἶναι, κατά τους «ὁμοιοπαθητικούς», ἡ θεωρία του περί τῶν «μιασμάτων»[54]. «Το μίασμα είναι μια προδιάθεση για τη χρόνια ασθένεια, η οποία προδιάθεση υπόκειται στις οξείες εκδηλώσεις της αρρώστιας και η οποία 1) διαβιβάζεται από γενιά σε γενιά και 2) μπορεί να επηρεαστεί ευεργετικά από το αντίστοιχο nosode, το οποίο έχει παρασκευαστεί ή από παθολογικούς ιστούς ή από το κατάλληλο φάρμακο ή από εμβόλιο»[55].

«Το βασικό μίασμα που βρισκόταν κάτω από την πλειονότητα των χρόνιων νοσημάτων, ο Χάνεμαν το ονόμασε «ψώρα» (Psora). To θεωρούσε ως μία βασική αδυναμία που επιβαρυνόταν από τις κατασταλτικές θεραπείες της συμβατικής ιατρικής, οι οποίες επιφανειακά μόνο καταπίεζαν το εξάνθημα χωρίς να θεραπεύουν την προδιάθεση»[56]

«Ὁ καρκίνος, ο διαβήτης, η ψύχωση, κ.λ.π. μπορούν να προέλθουν από το τελευταίο στάδιο οποιουδήποτε μιάσματος ή από οποιοδήποτε συνδυασμό αυτών»[57]. «Συνηθισμένη πηγή μιασμάτων αποτελούν οι σοβαρές ασθένειες, όπως ο καρκίνος ή η φυματίωση»[58]. «Μία άλλη πηγή μιασμάτων αποτελούν οι εμβολιασμοί και τα ισχυρά φάρμακα που συνταγογραφούνται συχνά από συμβατικούς γιατρούς… Ιατρογενή μιάσματα δημιουργούνται από εμβόλια, από την κορτιζόνη, από μείζονα νευροληπτικά, από αντιβιοτικά και άλλα ισχυρά χημικά φάρμακα»[59].

 

δ. «Ζωτική δύναμη» και «ομοιοπαθητική» θεραπευτική προσέγγιση

Σύμφωνα με τους διδασκάλους τῆς «ομοιοπαθητικής», η δραστηριοποίηση του αμυντικού μηχανισμού γίνεται στο «δυναμικό επίπεδο» (το οποίο ταυτίζουν με τη «ζωτική δύναμη»)· κατ’ αυτούς, λοιπόν, «είναι φανερό ότι η λογικότερη θεραπευτική ενέργεια θα ήταν να ενδυναμώσουμε αυτό το επίπεδο»[60].

Η καλύτερη θεραπευτική προσέγγιση είναι «ο θεραπευτικός παράγοντας να επιδράσει κατ’ ευθείαν στο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και έτσι να ενδυναμώσει άμεσα τον αμυντικό μηχανισμό… Η δυσκολία που υπάρχει εδώ είναι να βρεθούν παράγοντες που να μπορούν να δρουν κατ’ ευθείαν στο δυναμικό επίπεδο. Σήμερα, μόνο τρεις τέτοιες θεραπευτικές μέθοδοι είναι πλατιά γνωστές. Μία είναι ο βελονισμός…»[61]. «Μια άλλη θεραπευτική μέθοδος που μπορεί να επηρεάσει άμεσα το δυναμικό επίπεδο είναι η «δι’ επιθέσεως των χειρών» από ένα υψηλής πνευματικής στάθμης άτομο. Μ’ αυτό δεν εννοούμε τη συνήθη ψυχοθεραπεία, τη θεραπεία διά της πίστεως ή τα μασάζ· όλα αυτά επηρεάζουν τη ζωτική δύναμη μόνο έμμεσα, μέσω ενός από τα τρία επίπεδα. Η «επίθεση των χειρών» από ένα υψηλής πνευματικής στάθμης άνθρωπο, που είναι στην πραγματικότητα κανάλι παγκοσμίων ενεργειών, μπορεί άμεσα να ενδυναμώσει τον αμυντικό μηχανισμό και ως εκ τούτου να επιφέρει μακροχρόνια θεραπεία». Η τρίτη θεραπευτική μέθοδος με την οποία διεγείρεται άμεσα το δυναμικό επίπεδο είναι δια της χορηγήσεως ομοιοπαθητικά δυναμοποιημένου φαρμάκου.

 

ε. Η άποψη της «Ομοιοπαθητικής» για τον τρόπο δράσης των «ομοιοπαθητικών» φαρμάκων

«Ο Χάνεμαν ανακάλυψε ότι σε κάθε ουσία στη φύση υπάρχει κρυμμένη κάποια εσωτερική ζωή»[62]. Ὁ ίδιος υποστηρίζει ότι όλες οι ουσίες μπορούν να παράγουν συμπτώματα, εάν κάποιος παίρνει αυτές σε αρκετή ποσότητα[63]. «Για να έχουμε θεραπευτικά αποτελέσματα που θα διαρκέσουν, …πρέπει να ελευθερώσουμε την ενέργεια που περιέχεται μέσα στην ουσία με ένα τέτοιο τρόπο, που να μπορεί (η ουσία) πιο εύκολα να επιδράσει στο δυναμικό επίπεδο του οργανισμού. Σ’ αυτό το σημείο ο Χάνεμαν έδωσε τη δεύτερη εμπνευσμένη προσφορά του στην Ιατρική, εισάγοντας την τεχνική της δυναμοποίησης. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρουμε πώς ακριβώς έφτασε ο Χάνεμαν στην τεχνική αυτή, αν προήλθε με την προηγούμενη ενασχόλησή του με τη Χημεία ή από καθαρά θεία έμπνευση[64]. «Τότε, με κάποιο τρόπο που δεν ξέρουμε, έφθασε στην τεχνική να προσθέτει κινητική ενέργεια στα διαλύματα με το “τράνταγμα” ή τη δόνηση. Αυτό το συνδυασμό δόνησης και διαδοχικής αραίωσης, ο Χάνεμαν τον ονόμασε “δυναμοποίηση”»[65].

«Με κάποιο τρόπο οι επαναλαμβανόμενες διαλύσεις και δονήσεις των ομοιοπαθητικών φαρμάκων απελευθερώνουν ένα μεγάλο ποσό ενέργειας που ενυπάρχει στο εσωτερικό της ουσίας»[66] …Οι δονήσεις θα πρέπει να μεταβιβάζουν κάποια ενέργεια από την αρχική στην ουδέτερη ύλη του διαλύματος»[67]. Τον Χάνεμαν απασχολούσε το γεγονός ότι τα φάρμακα που διέλυε μπορούσαν να θεραπεύσουν μόνον αν ήταν «δυναμοποιημένα» και δεύτερον ότι από τη στιγμή που ήταν «δυναμοποιημένα», δεν ήταν απαραίτητο να περιέχουν ούτε ίχνος της αρχικής ουσίας»[68]. «Η ακριβής παρατήρηση ήταν ότι όσο περισσότερο η ουσία σείεται (δονείται) και αραιώνεται, τόσο μεγαλύτερο είναι το θεραπευτικό αποτέλεσμα, ενώ συγχρόνως μηδενίζεται η τοξική επίδρασή της»[69].

«Απ’ ό,τι είναι γνωστό, δεν έχει βρεθεί μέχρι τώρα η εξήγηση του φαινομένου αυτού από τη σύγχρονη Φυσική ή Χημεία. Φαίνεται πως κάποιος καινούργιος τύπος ενέργειας απελευθερώνεται μ’ αυτή την τεχνική. Η ενέργεια που εμπεριέχεται σε συμπυκνωμένη μορφή στην αρχική ουσία, με κάποιο τρόπο απελευθερώνεται και μεταφέρεται στα μόρια του διαλύματος. Αφού η αρχική ουσία δεν υπάρχει πια, η ενέργεια που απομένει στο διαλύτη μπορεί συνέχεια να ενισχύεται επ’ άπειρον. Τα μόρια του διαλύτη έχουν «πάρει» πάνω τους την ενυπάρχουσα ενέργεια της αρχικής ουσίας…ξέρουμε πια ότι η θεραπευτική ενέργεια διατηρεί τη “δονητική συχνότητα” της αρχικής ουσίας, η οποία όμως έχει ενδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι ικανή να διεγείρει ικανοποιητικά το δυναμικό επίπεδο του ασθενούς και να επιφέρει θεραπεία»…Ο Νόμος των Ομοίων μας δίνει τη δυνατότητα να ταιριάξουμε τη δονητική συχνότητα πρακτικά οποιασδήποτε ουσίας του περιβάλλοντος, με εκείνη των ασθενών»[70]. «Με κάποιο άγνωστο τρόπο η ισχύς του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου της αρχικής ουσίας μεταδίδεται στα μόρια του διαλύτη, χωρίς όμως να αλλάζει η δονητική συχνότητα»[71].

«Στην Ομοιοπαθητική ο συντονισμός αυτός χρησιμοποιείται ως θεραπευτική αρχή»[72].

 

στ. Απόδειξη ουσίας-Proving (πειραματισμός με τον οποίον αναδεικνύεται η «προσωπικότητα» της ουσίας)

«Για να επηρεάσουμε άμεσα το δυναμικό επίπεδο πρέπει να βρούμε μια ουσία αρκετά όμοιας συχνότητας με τη δονητική συχνότητα του δυναμικού επιπέδου, ώστε να επιτύχουμε συντονισμό. Εφ’ όσον η δονητική συχνότητα του δυναμικού επιπέδου γίνεται αντιληπτή σε μας μόνο με τα συμπτώματα και τα σημεία του ασθενούς, είναι λογικό να πρέπει να ψάξουμε να βρούμε μία ουσία, η οποία να μπορεί να δημιουργεί στον υγιή οργανισμό παρόμοιο σύνολο συμπτωμάτων και σημείων. Η παρόμοια δονητική συχνότητα μιας τέτοιας ουσίας, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στη συνισταμένη δονητική συχνότητα του πάσχοντα, μπορεί βάσει του συντονισμού, να ενισχύσει αφάνταστα τον αμυντικό μηχανισμό[73]. Αυτή η γνώση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της Ομοιοπαθητικής επιστήμης: Similia similibus curentur, όπως είχε τονίσει ο Χάνεμαν[74]. Έτσι ο Χάνεμαν κατέληξε στην ιδέα ότι μια ουσία, η οποία μπορεί να δημιουργήσει συμπτώματα σ’ ένα υγιές άτομο, μπορεί τα ίδια συμπτώματα να τα θεραπεύσει στον άρρωστο»[75].

«Ο σκοπός της διεξαγωγής proving μιας ουσίας είναι να καταγραφεί το σύνολο των νοσηρών συμπτωμάτων που δημιουργεί η ουσία αυτή σε υγιή άτομα· αυτό το σύνολο θα αποτελεί κατόπιν τις θεραπευτικές ενδείξεις, για να συνταγογραφηθεί η θεραπευτική αυτή ουσία στο άρρωστο άτομο»[76].

«Στο proving εισάγουμε στον οργανισμό μια ουσία σε ικανή πυκνότητα ώστε να τον ενοχλήσει και να κινητοποιήσει τον αμυντικό μηχανισμό του, ο οποίος δημιουργεί ένα φάσμα συμπτωμάτων και από τα τρία επίπεδα του οργανισμού. Αυτό το φάσμα των συμπτωμάτων χαρακτηρίζει την ιδιόμορφη και ατομική φύση της ουσίας που χορηγήθηκε»[77].

«Με τα provings αποκτάται μια αίσθηση της «ουσίας» ή της «ψυχής» του φαρμάκου[78] ή της «προσωπικότητας» του φαρμάκου, κατά τον Kent[79]. «Αφού όλες οι ουσίες διαθέτουν χαρακτηριστικά ηλεκτρομαγνητικά πεδία, καθήκον του ομοιοπαθητικού είναι να βρει εκείνη την ουσία της οποίας ο «ρυθμός ταλάντωσης» ταιριάζει περισσότερο σ’ εκείνον του ασθενούς κατά τη διάρκεια της αρρώστιας του»[80]. «Ένας προχωρημένος γιατρός έχει κατανοήσει τόσο βαθιά την “ουσία” των φαρμάκων, ώστε να ταιριάζει απόλυτα και άμεσα την “ψυχή” του ασθενούς με την “ψυχή» του φαρμάκου»[81]. «Κάθε ουσία (πέτρα ή ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος) δονείται εύκολα σε κάποια χαρακτηριστική συχνότητα ή φάσμα συχνοτήτων»[82] και «χαρακτηρίζεται από μία ιδιαίτερη συχνότητα συντονισμού»[83]. «Το φάρμακο και η αρρώστια μπορεί να εννοηθεί ότι έχει την ίδια συχνότητα συντονισμού»[84].

 

ζ. «Ομοιοπαθητική» Θεραπευτική

Πιστεύεται ότι «η θεωρητική κατανόηση της Ομοιοπαθητικής είναι απολύτως απαραίτητη για την ορθή εκτίμηση μιας περίπτωσης»[85]. Ο συγγραφεύς των βιβλίων μας δίνει την πληροφορία ότι κάποτε ήταν στο Ομοιοπαθητικό Κολλέγιο στην Καλκούτα[86].

Όπως ελέχθη ανωτέρω, με κατάλληλα provings έχει αποκτηθεί «μια αίσθηση της «ουσίας» ή της «ψυχής» του φαρμάκου[87] ή της «προσωπικότητας» (κατά τον Kent[88]) του φαρμάκου, και έχει δημιουργηθεί η «ομοιοπαθητική φαρμακολογία».

Τοιουτοτρόπως, σύμφωνα πάντοτε με την εμπειρία των ομοιοπαθητικών, από τα αντίστοιχα provings σε υγιείς μετά τη χορήγηση διαφόρων ουσιών, παρατηρούνται συμπτώματα διανοητικά, συγκινησιακά και σωματικά. Με βάση την ανωτέρω εμπειρία και το βασικό νόμο της «Ομοιοπαθητικής» -Similia similibus curentur- χορηγούνται «δυναμοποιημένες» οι αντίστοιχες ουσίες («ομοιοπαθητικά φάρμακα») για θεραπεία των αντίστοιχων συμπτωμάτων επί ασθενών.

Τα «ομοιοπαθητικά» φάρμακα προέρχονται από ορυκτά, φυτά, νοσούντες ιστούς[89].

Αντίθετη άποψη για τις θεραπευτικές δυνατότητες της Ομοιοπαθητικής έχει οπωσδήποτε η κλασική, συμβατική Ιατρική, η οποία διά του παγκοσμίως γνωστού ιατρικού Περιοδικού Lancet (vol. 366, Issue 9487, 27 August - 2 Sept 2005, σελ. 690 και 705-706) απεφάνθη ότι δεν ωφελεί η ομοιοπαθητική θεραπευτική και ότι τα κλινικά της αποτελέσματα είναι όπως τα αποτελέσματα των εικονικών φαρμάκων (placeboeffect).

Συμπερασματικώς, οι διδάσκαλοι της «Ομοιοπαθητικής» πιστεύουν ότι «η ομοιοπαθητική …ασχολείται όχι μόνο με τη φυσική αλλά και την πνευματική ανέλιξη του ανθρώπου –η ομοιοπαθητική σώζει πραγματικά ψυχές με αυτό τον τρόπο… Η ομοιοπαθητική μέσα από αυτή τη διαδικασία βοηθά τον άνθρωπο να έλθει σε επαφή με τον Θεό»[90].

Χαρακτηριστικά είναι και όσα αναφέρει ο Σεπτός Ποιμενάρχης μας σε άρθρο στην εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ περί της Ομοιοπαθητικής. Προκειμένου ο Επίσκοπός μας να αφυπνίσει τον πιστό λαό του Θεού, μεταξύ των άλλων, αναφέρει τα εξής: H ομοιοπαθητική ως θεραπευτική μέ­θοδος σε καμμία ιατρική Σχολή της Πατρί­δος μας, αλλά, απ’ όσα γνωρίζω, και σε καμμία χώρα του πολιτισμένου κόσμου δεν δι­δάσκεται, αλλ’ ούτε δίδεται τοιαύτη ειδικό­τητα εις ιατρούς. Δια τούτο τα γραφόμενα περί «εναλλακτικού Νόμπελ» είναι εφεύρε­ση επιτηδείων προς παραπλάνησιν αφελών αρρώστων συνανθρώπων μας. Γι’ αυτό συνιστούμε στους πιστούς να μην έχουν καμμία σχέση με τις ομοιοπαθητικές και τις άλλες αμφιβόλου αποτελέσματος δια­φημιζόμενες μεθόδους θεραπείας, αλλά για τις ασθένειές των να εμπιστεύονται τους ανεγνωρισμένους ιατρούς, που χρησιμοποι­ούν τα δεδομένα της παγκοσμίως αναγνωρι­ζομένης ιατρικής επιστήμης και να μη επι­στρέψουν εις «τα ασθενή και πτωχά στοι­χεία» του πεπτωκότος άνθρωπου (Γαλάτας Δ’ 8-11).

Περί βελονισμού

Οι του Κλασικού Κινεζικού Βελονισμού των παλαιότερων εποχών, ασπάζονταν την ύπαρξη των «13 Κουέι». Δηλαδή των «κακών δαιμόνων», τους οποίους έπρεπε να
εξοντώσουν με τις βελόνες, εισάγοντάς τις στα «13 Χουέ» (δηλαδή στα «13 σημεία» εισόδου αυτών των «δαιμόνων» στον οργανισμό) για να θεραπεύουν έτσι τους
αρρώστους.
Αργότερα, όταν στην Κίνα ενστερνίσθηκαν το φιλοσοφικό σύστημα του Ταοϊσμού, προέκυψε ο Παραδοσιακός Κινεζικός Βελονισμός, με τα Γιν και τα Γιανγκ ως τους
δύο «ενεργειακούς πόλους». Τον Γιν ως τον αρνητικό και τον Γιανγκ ως τον θετικό πόλο. Οι οποίοι και αποτελούν τις δύο βασικές «Αρχές» της μυθικής φιλοσοφίας του
Ταοϊσμού. Κατά τον οποίο, αυτές οι δύο «αρχές» δημιουργούν τον Ουρανό (είναι ο «Πατέρας»), τη Γη (είναι η «Μητέρα») και τον Άνθρωπο (είναι ο «Υιός»), ο οποίος κατά
τον Ταοϊσμό «κινείται» μεταξύ Ουρανού και Γης. Οι δύο αυτές «αρχές» Γιν και Γιανγκ βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά και σε συνεργασία, χάρη στο
Μεγάλο Νόμο του Τάο
, που είναι η «Τρίτη Αρχή». Η οποία συγκροτείται από την ποσοστιαία συμμετοχή του Γιν και του Γιανγκ, για να συναποτελέσουν το «Όλον».
Απ’όπου, «ολιστικός» και ο Βελονισμός. Αυτά αποτελούν τη φιλοσοφία του.
Το πώς γίνεται η διάγνωση των νόσων, το πώς αναγνωρίζεται το πάσχον όργανο (από την ποιότητα των 24 ποικιλιών του σφυγμού, όπως ισχυρίζονται, και από τις
μεταβολές στη χροιά διαφόρων περιοχών του προσώπου), όπως και το πώς γίνεται η πρόγνωση για την αρρώστια, αλλά και η πρόβλεψη για μια θανατηφόρα έκβαση της
κάθε αρρώστιας, είναι πολύ πέρα από τις δυνατότητες του χρόνου είτε για ένα άρθρο είτε για μία συνοπτική μελέτη. Υπάρχει άλλωστε γι’αυτά, βιβλίο ολόκληρο. Είναι
το 3ο βιβλίο της «Ιεράς Βίβλου» του Βελονισμού (Βλ.6, 27).
Τα «σημεία» του βελονισμού για την κάθε ασθένεια είναι διαφορετικά, ανάλογα και με τις ώρες της ημέρας, τις εποχές του έτους, τα καιρικά φαινόμενα και πολλούς άλλους
παράγοντες.
Αρχικώς ήταν 13, όσοι δηλαδή και οι «κακοί δαίμονες» -τα «Κουέι»- για την πρόκληση των διαφόρων ασθενειών. Έγιναν αργότερα 365 (όσες είναι οι ημέρες του έτους)
και ήδη αριθμούνται σε περισσότερα από 3.500. Τα οποία κατανέμονται σε 12 θεωρητικούς «μεσημβρινούς» (όσοι και οι μήνες του έτους). Χωρίς όμως ουδεμία σχέση
των «μεσημβρινών» αυτών με την ανατομική θέση ή την πορεία των νεύρων. Όπως και, χωρίς ουδεμία οργανική υπόσταση συσκευών υποδοχής ερεθισμάτων στα
σημεία του βελονισμού, αλλά και χωρίς τις οποιεσδήποτε μεταβολές, είτε φυσιολογικές, είτε φυσικοχημικές, είτε φυσικοηλεκτρικές, στα σημεία του βελονισμού.


Οι θεωρίες προς ερμηνεία της δράσεως του βελονισμού διαδέχονται η μία την άλλη, αφ’ότου οι Δυτικοί Βελονιστές αποστασιοποιήθηκαν από τον Κλασικό Κινέζικο
Βελονισμό. Και, με την «άνθιση του ηλεκτρισμού τον 19ο αιώνα», πέρασαν στις διάφορες θεωρίες ερμηνείας του βελονισμού δια του ηλεκτρισμού, και προοδευτικώς
στην εφαρμογή του «ηλεκτροβελονισμού». Αργότερα ανέπτυξαν τη θεωρία της «Διαδερμικής Νευρικής Διέγερσης» (Transcutaneous Nerve Stimulation –T.N.S. ή «τενς», από
τα αρχικά των λέξεων αυτών στην αγγλική), εισάγοντας λεπτές πλέον βελόνες στο δέρμα. Τελευταίως επενόησαν την «νευρωνική θεωρία», με τη λειτουργία των
νευρομεταβιβαστών. Διατηρούν όμως και με αυτήν τα ίδια ακριβώς βελονιστικά σημεία, κατατεταγμένα και πάλι στους ίδιους 12 θεωρητικούς «μεσημβρινούς». Το
πώς εκτελείται ο βελονισμός και το πώς ερμηνεύουν αυτά τα οποία επιδιώκουν δια του βελονισμού, για την περιγραφή τους χρειάζεται και γι’αυτά άλλο ένα βιβλίο.
Τα αποτελέσματα της βελονιστικής θεραπευτικής, εκτιμώμενα με επιστημονικές μεθόδους αξιολογήσεως, δεν είναι ανώτερα από εκείνα με τα εικονικά φάρμακα, ή
placebo, ή ψευδο-φάρμακα
. Κατά την Επιστημονική Ιατρική μάλιστα, τα αποτελέσματα της θεραπευτικής αυτής είναι προϊόν αυθυποβολής ή της προσδοκίας, δηλαδή
περισσότερο της ελπίδας ιάσεως. Επικαλούνται τελευταίως και τις ενδομορφίνες. Χρειάζονται όμως και γι’αυτές, οι κατάλληλες και επαρκείς αποδείξεις.
Τα προβλήματα τα οποία δημιουργούνται με το Βελονισμό, έχουν πρωτοπεριγραφεί από το διάσημο της εποχής του βελονιστή Πιεν Τσιουεν (403-321 π.Χ.) στο βιβλίο του
Nan King, με τα 81 «Δυσχερή Προβλήματα του Βελονισμού» (Μετάφραση Φ.Π. Ρώσση, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 1995). Το περισσότερο όμως ενδιαφέρον με το βελονισμό,
είναι στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι βελονιστές ασχολούνται π.χ. μόνον με την αντιμετώπιση του πόνου (κυρίως, άλλωστε με αυτόν) χωρίς να μελετούν τον
άρρωστο για την ανεύρεση της αιτίας του πόνου, και χωρίς να ασχολούνται με την αντιμετώπιση της αρρώστιας η οποία προκαλεί τον πόνο (ή κάποιο άλλο ενόχλημα, π.χ. μία
ζάλη, έναν ίλιγγο και διάφορα άλλα). Στις περιπτώσεις αυτές η ασθένεια παραμελείται και, ανεξέλεγκτη πλέον, συνεχίζει την πορεία της, με προφανείς τους κινδύνους για την
υγεία και τη ζωή του αρρώστου. Είναι ένα γεγονός το οποίο μπορεί να συμβεί με τους «πρακτικούς» βελονιστές οι οποίοι δεν είναι γιατροί. Και είναι γνωστό ότι ο
Βελονισμός δεν ασκείται μόνον από γιατρούς. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να δηλώσει Βελονιστής. Και στην Ελλάδα, πολλοί από τους βελονιστές είναι πρακτικοί, δηλαδή μη
γιατροί. Έτσι και αναφέρθηκαν κατηγορίες εις βάρος βελονιστών για «αγυρτεία, απάτη, τσαρλατανισμό και κομπογιανιτισμό».
Οι βελονιστές του Κλασικού και Παραδοσιακού Κινεζικού Βελονισμού υποστηρίζουν ότι, με τις βελόνες τους «συνδέουν την παγκόσμια ενεργειακή δύναμη» με την
διαταραγμένη εσωτερική ζωτική δύναμη των Γιν και των Γιανγκ του αρρώστου
, η οποία κατ’αυτούς συνιστά την αρρώστια. Και, για να τον θεραπεύουν, ενεργούν ως
«δίαυλος», ως οι μεσάζοντες (Medium).
Ο Παραδοσιακός Κινεζικός Βελονισμός όμως, θεμελιωμένος στον Ταοϊσμό, στην πρακτική εφαρμογή του, έχει άμεση σχέση με τις Ινδουιστικές Θρησκείες.
Ο Βελονισμός επιβλήθηκε στην Κίνα προ αρχαιοτάτων χρόνων, από τον μυθικό Αυτοκράτορα Χοάνγκ Τι (Hoang Ti), τον επιλεγόμενο και «Κίτρινο Αυτοκράτορα». Ο
οποίος, στο διάγγελμά του, έλεγε και το εξής: «Θέλω από εδώ και εμπρός, αντί για τα διάφορα γιατροσόφια, να χρησιμοποιούνται μόνο βελόνες από μέταλλο, για να
επαναφέρουν την υγεία στον άρρωστο λαό μου
». Στον «Κίτρινο Αυτοκράτορα» αποδίδεται και το βιβλίο Νέι Κινγκ (Nei King) η «Ιερά Βίβλος» του Βελονισμού.
Ο Βελονισμός λοιπόν, θεμελιωμένος πάνω στη φιλοσοφία του Ταοϊσμού των Κινέζων, η οποία έχει αναχθεί σε θρησκεία με προεκτάσεις και σε διάφορες Ινδουϊστικές
θεότητες, θα πρέπει να ενδιαφέρει άμεσα την Εκκλησία μας, για την προστασία των πιστών της από ολισθήματα[91].

Κριτική χριστιανική θεώρηση

Οι εκφραστές των λεγομένων «εναλλακτικών θεραπειών» ή της Ολιστικής Ιατρικής παρουσιάζονται ως φυσιολάτρες και καλούν τους ανθρώπους, για να αποκτήσουν υγεία και μακροζωία, να επιστρέψουν πίσω στους «Φυσικούς Νόμους» και να εναρμονισθούν με αυτούς. Κάθε πα­ραβίαση των «Φυσικών Νόμων», όπως τους διδάσκει η νέα τάση, θεωρείται θανάσιμη αμαρτία. Σύνθημά τους είναι: «Θεός και Φύσις – Νόσων Λύσις». Μερικοί μάλιστα που ασχολούνται με αυτές τις μεθόδους προσπαθούν σ’ αυτές τις θέσεις να δώ­σουν ένα ορθόδοξο χαρακτήρα και να τις συμβιβάσουν με την Ευαγγελική και Πατερική πίστη της Εκκλησίας μας.

Η Ορθοδοξία, έχοντας πλή­ρη επίγνωση των ορίων μεταξύ ακτίστου Θεού και κτιστής δημιουργίας, δεν θεοποιεί και δεν αυτονομεί τον κόσμο, τη φύση, πράγμα που κάνει η ειδωλολατρία, ο αποκρυφισμός, η ολιστική «ιατρική» και οι εναλλακτικές μέθοδοι «θεραπείας».

Ο Ορθόδοξος Χριστιανός κάνο­ντας σαφή διάκριση ανάμεσα στον Δημιουργό και στα δημιουργήματα δεν ειδωλοποιεί τη φύση, ούτε και τον εαυτό του. Δεν ελπίζει ότι με την «ταύτισή» του με την φύση θα εξε­λιχθεί ή θα αποκτήσει υγεία, δύνα­μη, σοφία, ευτυχία, μακροζωία. Δεν αναζητεί μέσα σ’ αυτήν κάποιες απόκρυφες υπερβατικές δυνάμεις πιστεύ­οντας ότι με την «ενεργοποίησή» τους θα λύσει όλα του τα υπαρξιακά προβλήματα. Η ελπίδα τού Χριστιανού είναι στον Τριαδικό Θεό, ο οποίος μας εδημιούργησε από την αρχή «κατ’ εικόνα» Του με σκοπό το «καθ’ ομοίωσιν» (Γέν. α’, 26) και όχι στα δη­μιουργήματα. Σκοπός τού πιστού δεν είναι να αναζητήσει μέσα από τους «Φυσικούς Νόμους» και τα κτιστά την υγεία και τη μακροζωία, αλλά την εν Χριστώ σωτηρία, ακόμα και μέσα από την ασθένεια τού σώματος, όπως και ο Απόστολος Παύλος, αλλά και τόσοι άλλοι άγιοι της Εκκλησίας μας.

Ο σκοπός δεν είναι ο άνθρωπος να στραφεί στη φύση και να «ταυ­τιστεί» με αυτήν, αλλά η φύση, η οποία μετά την πτώση και αυτή συστενάζει και οδυνάται, να ελευ­θερωθεί και να υποταχθεί «από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων τού Θεού» (Ρωμ. η’, ι8 – 23).

Η Εκκλησία μιλά συνεχώς γι’ αυτή την εν Χριστώ αλλαγή, που δια­φέρει σαφώς και ουσιαστικά από την αλλαγή που επαγγέλονται όλα τα νε­οφανή συστήματα σωτηρίας με αυτό­ματες και εύκολες διαδικασίες.

Η Εκκλησία δεν καταφεύγει στη φύση, για να θεραπεύσει τους ανθρώπους και να τους εναρμονίσει με τους λεγόμενους «Φυσικούς Νόμους» και τη φύση γενικά, αλλά χρησιμοποιώντας τα δημιουργήματα τού Θεού, χωρίς να τα απολυτοποιεί, τα εντάσ­σει μέσα στην πνευματική και λει­τουργική ζωή της, ώστε και δια των ορατών στοιχείων, αγιάζοντάς τα, να μεταδώσει στους πιστούς την αόρατη και άκτιστη ενέργεια τού Θεού. Έτσι, με τα άγια Μυστήρια ο άρτος γίνεται Σώμα Χριστού, ο οίνος Αίμα Χριστού, το λάδι Άγιο Έλαιο, τα μύρα Άγιο Χρίσμα, το νερό της κτιστής δη­μιουργίας γίνεται νερό αγιασμού, ο άνθρωπος μέλος τού Σώματος τού Χριστού. Η Εκκλησία αξιοποιεί θε­τικά ολόκληρη την υλική δημι­ουργία. Τα πάντα τα θε­ωρεί καρπό της αγάπης τού Θεού, τα οποία έχουν ως τελικό σκοπό την εξυπηρέτηση της σωτηρίας τού ανθρώπου και όχι την εν τω κόσμω απόλαυσή τους.

Η φθορά και η θνητότητα, η ασθένεια, ο πόνος κ.τ.λ., ήρθαν μέσα στη ζωή τού ανθρώπου μετά την πτώση, είναι καρποί και αποτελέσματα της αμαρτίας τού Αδάμ. Αμέσως μετά την εκούσια παράβαση της εντολής τού Θεού, διότι αυτό είναι η πτώση, ο άνθρωπος απώλεσε τη θεία Χάρη και όλος ο οργανισμός του, όπως λένε οι Πατέρες, έγινε μία πλη­γή. Φόρεσε, σύμφωνα με την πατερική θεολογία, τους δερμάτινους χιτώνες. Έτσι, υπεισήλθε στη ζωή του ο θάνατος, ο πόνος, οι αρρώστιες κ.τ.λ. Όλα αυτά έγιναν γι’ αυτόν μία φυσική πλέον κατάσταση. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος μιλά για το θέμα αυτό και μας λέγει ότι, «ώσπερ δι’ ενός ανθρώπου η αμαρ­τία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν» (Ρωμ. ε’, 12).

Πρέπει εδώ να τονίσουμε παρεν­θετικά ότι οι ασθένειες που έρχονται στο ανθρώπινο σώμα είναι αποτέλεσμα διαφόρων αιτιών, που έχουν όμως σχέση όλες με τη ζωή τού μεταπτωτικού ανθρώπου. Αν όμως δούμε τις ασθένειες από άλλη οπτική γωνία, μπορούν τότε να εξαγνίζουν και να σώζουν τον όλο άνθρωπο. Συνεπώς, η αρρώστια δεν έχει ως αιτία την απομάκρυνση τού ανθρώπου από τους «Φυσικούς Νό­μους» και τη φυσική υγιεινή διατρο­φή, αλλά την φθαρείσα από την πτώ­ση φύση που κουβαλά μέσα του.

Έτσι, εξηγείται και το γεγονός ότι όση υγιεινή διατροφή και αν κάνει κάποιος, σε όσες εναλλακτικές «θερα­πείες» και αν καταφύγει, την ασθένεια και τον θάνατο δεν μπορεί να τα αποφύγει.

Ο Απόστολος Παύλος, στην Α’ Κορινθίους ιε’, μας λέγει ξεκάθαρα ότι η ελπίδα μας εν Χριστώ δεν είναι το πως θα ζήσουμε καλύτερα σ’ αυτή τη ζωή, αλλά πως μέσα από αυτή τη ζωή θα ζωοποιηθούμε εν τω Χρι­στώ. Γι’ αυτό και δεν καταργεί το θάνατο από τη ζωή μας, αφήνοντάς μας μέσα από αυτόν να προσδοκούμε την αιώνιο ζωή και να αγωνιζόμαστε γι’ αυτή. έτσι, ο θάνατος θα καταρ­γηθεί ως ο τελευταίος εχθρός με τη Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου (Α’ Θεσ. δ’, 13 – ι8).

Οι θλίψεις στη ζωή μας δεν είναι κάτι το κακό, ούτε αξιολογούνται αρνητικά, γιατί η Ανάσταση τού Χριστού είναι μία πραγματικότητα. η τελική νίκη κατά των θλίψεων, ασθενειών και τού θανάτου είναι για τον Χριστιανό μία βεβαιότητα και πραγματικότητα. Οι Χριστιανοί δεν στηρίζονται και δεν αποβλέπουν σ’ αυτήν τη ζωή, αλλά προσδοκούν  «ανάστασιν νεκρών και ζωήν τού μέλ­λοντος αιώνος».

Ο ίδιος ο Χριστός διαβεβαίωσε τους Μαθητές Του ότι μέσα στον κό­σμο αυτό θα έχουν θλίψεις. Δεν τους υποσχέθηκε ανέσεις, χαρές κοσμι­κές, υγεία και μακροζωία. Παράλ­ληλα όμως, τους ενέπνευσε και την βεβαία ελπίδα ότι Αυτός θα είναι ο τελικός νικητής των θλίψεων: «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν, ιστ’, 33).

Οι ασθένειες, οι θλίψεις και γενικά οι δοκιμασίες στη ζωή, λένε οι Πα­τέρες της Εκκλησίας, γίνονται το μέ­σον για να γνωρίσει ο άνθρωπος την αδυναμία του και να ταπεινω­θεί, προφυλάσσοντας τον εαυτό του από την υπερηφάνεια, που διώχνει τη Χάρη τού Θεού.

Ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος έλαβε ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσμα­τα και δέχθηκε ουράνιες και ανεκλάλητες αποκαλύψεις από τον Χρι­στό, ήταν βαριά άρρωστος και παρακαλούσε τον Θεό να τον θεραπεύ­σει, όχι για να ζει μία πιο άνετη ζωή και να αποκτήσει μακροζωία, αλλά για να μπορεί να κηρύττει το Ευαγ­γέλιο της σωτηρίας στους ανθρώπους και να διακονεί το σχέδιο της Θεί­ας Οικονομίας. Παρακάλεσε, λέγει, τρεις φορές τον Κύριο να τού ση­κώσει την ασθένεια αυτή και ο Κύ­ριος δεν τον θεράπευσε, αλλά τού έδωσε την απάντηση, που αποτελεί και το ορθόδοξο φρόνημα, για την αντιμετώπιση της ασθένειας: «Αρκεί σοί η χάρις μου. η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται».

Το πιο συ­γκλονιστικό όμως, που αποτελεί και ένα ράπισμα πνευματικό στο φρόνη­μα των εκφραστών της εναλλακτικής «θεραπείας», είναι η στάση τού Αποστόλου Παύλου στην απάντηση αυτή τού Κυρίου: «Ήδιστα (ευχα­ρίστως) ούν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ’ εμέ η δύναμις τού Χριστού διο ευδοκώ (=ευφραίνομαι) εν ασθενείαις, εν ύβρεσιν, εν ανάγκαις, εν διωγμοίς, εν στεναχωρίαις υπέρ Χριστού. όταν γαρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμί» (Β’ Κορ. ιβ’, 9-1ο). Μάλιστα, μέσα από την αποδοχή της ασθένειας οδηγείται και στην πνευματική οικοδομή, αφού ο ίδιος ομολογεί ότι, «και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρωμαι (= υπερηφανεύο­μαι), εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί» (Β’ Κορ. ιβ’, 7).

Έτσι σκέπτονται και έτσι αντιμετωπίζουν οι Χριστιανοί τις δοκιμα­σίες. χαίρονται και ταπεινώνονται μέ­σα από τις θλίψεις, γιατί επισκηνώνει μέσα τους η Χάρις τού Θεού, ενώ αντίθετα οι άλλοι χαίρονται και υπε­ρηφανεύονται, γιατί με τα κτιστά φυσικά μέσα έχουν υγεία, ομορφιά και μακροζωία.

Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώ­τημα κατά πόσο ο Χριστιανός πρέ­πει να ενδιαφέρεται για την υγεία τού σώματος του.

Το σώμα μας είναι «ναός τού Αγίου Πνεύματος» και μέσα σ’ αυτό κατοικεί ο Θεός και κατά συνέπεια είναι μέλος τίμιο και άγιο του Σώ­ματος τού Χριστού (Ιωάν. στ’, 53 56. Εφεσ. α’, 2 2 – 23). Αυτό και μό­νο μας επιφορτίζει με την υποχρέ­ωση να προστατεύουμε το σώμα και να μην το φθείρουμε διότι «ει τις τον ναόν τού Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός. ο γαρ ναός τού Θεού Άγιος εστίν, οίτινες έστε υμείς» (Α’ Κορ. γ’, 17). Γι’ αυτό και η Εκ­κλησία δεν απορρίπτει την Ιατρική Επιστήμη, ούτε απεύχεται τη θε­ραπεία των πιστών. Αυτός ο ίδιος ο Κύριος και οι Απόστολοί Του εθεράπευαν τους ανθρώπους, όχι όμως για να έχουν απλώς υγεία και μα­κροζωία, αλλά μέσα από τη θεραπεία να οδηγηθούν στην πνευματική ζωή και την εν Χριστώ σωτηρία. Αυτό έκαναν και όλοι οι άγιοι και θαυ­ματουργοί της Εκκλησίας μας.

Για την Ορθοδοξία η σωματική υγεία δεν είναι αυτοσκοπός της ζωής μας. Λένε οι εκφραστές των πιο πά­νω μεθόδων: Πρώτα να έχουμε υγεία και μετά όλα θα πάνε καλά. Αυτό είναι αντίθετο με την ορθόδοξη πί­στη μας. Πρώτα να έχουμε τη Χά­ρη τού Θεού και όλα τα άλλα θα πάνε καλά. Ο Χριστιανός ζώντας μέ­σα σ’ αυτό τον κόσμο, αγωνιζόμενος και ενδιαφερόμενος και για τη σωματική του υγεία, αυτό δεν το κά­νει για να αποφύγει τον θάνατο και να ζήσει περισσότερο, αλλά για να υπερβεί τον θάνατο και να γίνει μέτοχος της αιωνίου ζωής.

Αυτό επιτυγχάνεται, όχι με την απολυτοποίηση οποιωνδήποτε με­θόδων ξενόφερτων με έντονα ανατολίτικα και αποκρυφιστικά-μυστικιστικά στοιχεία, αλλά δια τού όλου έργου της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία, χωρίς να απομονώνει τη ψυχή από το σώμα, ενδια­φέρεται γι’ αυτό, αφού είναι στενά συνδεδεμένο με την ψυχή και μετέ­χει και αυτό τού αγιασμού και της σωτηρίας. Γι’ αυτό και έχει το μυ­στήριο τού Ευχελαίου και διάφορες ευχές για τις ασθένειες. Ακόμα και μέσα στο κατ’ εξοχήν μυστήριο της θείας Ευχαριστίας εύχεται «υπέρ των εν ασθένεια, νοσούντων, καμνόντων και της σωτηρίας αυτών». Ακόμη, θεωρεί και προτείνει ως τα κυριότε­ρα φάρμακα και για τη σωματική υγεία, την προσευχή, τη μετάνοια, την εξομολόγηση, τη θεία Κοινωνία, τα οποία παρέχουν την ζωοποιό Χάρη τού Θεού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πιστοί δεν πρέπει να πηγαίνουν στους ιατρούς, για να λάβουν θεραπευτική βοήθεια. Ο ίδιος ο Θεός, μας λέγει η Αγία Γραφή, «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην». Γιατί όμως; «Ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού» (Σο­φία Σειράχ λη’, 6). Η επιστήμη, που μετατρέπεται σε δοξολογία Θεού και υπηρετεί τη σωτηρία τού κόσμου, αποτελεί, τόσο για τον άνθρωπο, όσο και για όλη τη δημιουργία, πηγή ευλογίας. Εάν, όμως, αποσκοπεί στις εγωιστικές επιδιώξεις τού ανθρώπου και την αυτονόμησή του από τον Θεό, τότε τα καταστροφικά αποτελέσματά της έχουν σχέση και με τον άνθρωπο, αλλά και με όλη τη δημιουργία.

Συνεπώς, εκτιμούμε και σεβόμα­στε το έργο των ιατρών, αλλά δεν παραθεωρούμε την ενέργεια και το θέλημα τού Θεού, που προσφέρεται δια της Εκκλησίας Του.

Αλλαγή φρονήματος – ορθόδοξο φρόνημα

Οι μέθοδοι της εναλλακτικής «θε­ραπείας» και της υγιεινής διατροφής, όπως σήμερα προβάλλονται μέσα από τις ποικιλώνυμες ομάδες, οργανώσεις και συστήματα, αλλάζουν, χωρίς να γίνεται αντιληπτό, το φρόνημα τού Χριστιανού και αυτό είναι το πιο επι­κίνδυνο. Στρέφουν τον νου και την προσοχή του στα υλικά τού κόσμου τούτου, ώστε ολόκληρη η ζωή του να περιστρέφεται γύρω από τα θέματα της υγείας και της διατροφής. Η μέριμνά τους είναι το πόσο υγιείς είναι και πόσες θερμίδες καταναλώνουν καθημερινά. Συχνά ακούμε ότι η ομοιοπαθητική με έσωσε, η φυσικο-παθητική έχει σωτήρια για τον άνθρωπο αποτελέσματα κτλ. Όλα αυτά δεν λέγονται, ούτε γράφονται απλώς για σκοπούς διαφήμισης ή εντυπωσιασμού. Είναι το νέο φρόνη­μα που καλλιεργείται σε όσους ακολουθήσουν τις μεθόδους αυτές. Ένα φρόνημα, που, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι ασυμβίβαστο με το ορθόδοξο χριστιανικό φρόνημα.

Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι το φρόνημα των Πατέρων της Εκκλησίας μας, δηλαδή η ζωντανή Παράδοση και ζωή της Εκκλησίας, είναι ταυ­τισμένο με το φρόνημα τού Χριστού και των Αποστόλων, είναι η συνέ­χεια αυτού του φρονήματος. Δεν διστάζουν οι άγιοι να καυτηριά­σουν τις άσχημες καταστάσεις και εκδηλώσεις των ανθρώπων, και να ελέγξουν τις κακοδοξίες τους, που επηρεάζουν τη σωτηρία των ανθρώπων. Αυτό το επισημαίνουμε γιατί στην εποχή μας καταβάλλεται έντο­νη και έντεχνη προσπάθεια να αλλάξουμε και το φρόνημα και τον τρό­πο σκέψεως των Πατέρων, ακόμα και τους όρους που χρησιμοποίησαν, για να διατυπώσουν την αλήθεια με άλλους μοντέρνους, οι οποίοι θα ωραιοποιήσουν τα πράγματα και θα είναι αρεστοί στον πολύ κόσμο. Όμως, η αλλαγή αυτή αλλοιώνει αυτή τούτη τη σωτηρία τού ανθρώπου.

Επιδιώκουν ίσως να εντυπωσιά­σουν, να δημιουργήσουν σύγχυση, να καλύψουν το αληθινό νόημα των λό­γων των Πατέρων και τού Ευαγγελί­ου. Αυτό το πνεύμα είναι ξένο προς τους αγίους. Αυτοί είναι στα θέμα­τα που θίγουν λιτοί, εκφραστικοί, αληθινοί, μα προπάντων αγιοπνευματικοί, χωρίς να νοιάζονται τι θα πουν οι άλλοι γι’ αυτά που γράφουν, επειδή έχουν τη συνείδηση ότι εκφρά­ζουν την αλήθεια τού Ευαγγελίου, που αποτελεί τη μόνη οδό σωτηρίας.

Ο προσδιορισμός τού ορθοδόξου φρονήματος είναι η βίωση της ζωής τού Χριστού μέσα από την Παρά­δοση της Εκκλησίας Του. Με άλλα λόγια, ορθόδοξο φρόνημα είναι η αποδοχή όλων των εντολών τού Χριστού και η βίωσή τους, η άποδοχή των εμπειριών των αγίων και η βίω­ση της εκκλησιαστικής ζωής.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολό­γος γράφει σχετικά: «Εκείνους ονο­μάζω αιρετικούς τους λέγοντας μη είναι τινά εν τοις καθ’ ημάς χρόνοις και εν μέσω ημών τον δυνάμενον φυλάξαι τας ευαγγελικάς εντολάς και κατά τους αγίους γενέσθαι πατέρας». Δηλαδή, σύμφωνα με τον Άγιο, αιρετικοί είναι όλοι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι στις ημέρες μας είναι αδύνατο να ζήσουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και να γίνουν άγι­οι, όπως ήταν και οι Πατέρες μας. Ακόμη, λέγει, όσοι ισχυρίζονται ότι μας χρειάζεται και κάτι άλλο εκτός από αυτό που μας απεκάλυψε ο Χρι­στός, για να σωθούμε και να έχου­με την ευτυχία και μακαριότητα «ου μερικήν τίνα αίρεσιν κέκτηνται, αλλά πάσαν» και παράλληλα «ανατρέπουσιν πάσας τας θείας Γραφάς». Συ­νεπώς, αυτοί που αναζητούν την ολοκλήρωσή τους έξω από την εν Χρι­στώ σωτηρία, καταφεύγοντας σε αποκρυφιστικές, υγιεινιστικές, εναλλα­κτικές «θεραπείες» κ.λπ, αυτοί είναι αιρετικοί, διότι έχουν άλλο φρόνη­μα από το φρόνημα τού Ευαγγελί­ου και των Πατέρων.

Κατά συνέπεια, το φρόνημα τού Χριστιανού για να είναι Ορθόδοξο, πρέπει να είναι Ευαγγελικό και Εκ­κλησιαστικό. Δεν μπορούμε ούτε να αφαιρέσουμε, ούτε να προσθέσουμε τίποτα στη διδασκαλία και ζωή της Εκκλησίας. Δεν προσαρμόζουμε την εκκλησιαστική ζωή με τη δική μας κοσμική ζωή, αλλά τη δική μας κο­σμική ζωή την μεταμορφώνουμε και ταυτίζουμε με την εκκλησιαστική ζωή. Δεν μπορούμε να κάνουμε δια­χωρισμό διδασκαλίας, ήθους, ζωής και τάξεως της Εκκλησίας εν ονό­ματι οποιασδήποτε μεθόδου και τε­χνικής.

Σκοπός της εν Χριστώ ζωής είναι η θέωση τού ανθρώπου, γι’ αυτό και είναι καθαρά Χριστοκεντρική. Δεν έχει να κάνει τίποτα με ανθρωποκεντρικές αντιλήψεις και ενδοκοσμικές κοινωνιολογικές, θεραπευτικές μεθόδους. Ο Απόστολος Παύλος κά­νει σαφές ότι σκοπός τού Χριστιανού είναι, «κραταιωθήναι δια τού Πνεύματος αυτού (του Θεού) εις τον έσω άνθρωπον, κατοικήσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Εφεσ. γ’, 14 – 21). Η αναζήτηση και τελείωση τού ανθρώπου δεν πραγματοποιείται μέσω αποκρυφιστικών ή ανορθόδοξων θεραπευτικών μεθόδων, αλλά δια τού Θε­ανθρώπου Ιησού μέσα από την ασκητική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

Η μετάνοια (=αλλαγή φρονήμα­τος) που κηρύσσει η Εκκλησία μας δεν σημαίνει επιστροφή στην υγιεινή διατροφή και τις μεθόδους εναλλα­κτικής «θεραπείας», αλλά αυτό που ο Απόστολος Πέτρος κηρύττει: «Με­τανοήσατε ουν και επιστρέψατε εις το εξαλειφθήναι υμών τας αμαρτίας» (Πράξ. γ’, 19).

Άρα, σκοπός τού Χριστιανού δεν είναι η σωματική υγεία, η μακροζω­ία, η κατά κόσμον άνεση και ευτυ­χία, αλλά η θέωσή του. Αυτό μας κη­ρύττει η Εκκλησία δια τού Απο­στόλου Παύλου: «Να πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα τού Θεού». «Ίνα δώη ημίν κατά τον πλούτον της δόξης αυτού». «Μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες… εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας τού πληρώματος τού Χριστού».

Το φρόνημά μας πρέπει να ταυ­τίζεται με το φρόνημα των αγίων, που έφθασαν στη θέωση, και όχι να στηρίζεται σε προσωπικούς ή κοσμικούς στοχασμούς και απόψεις. Γι’ αυτό και η Αγία μας Εκκλησία μας υπενθυμίζει συνεχώς: «Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν… ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών… Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν» (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας).

Το δε φρόνημα αυτό διατυπώνεται με ακρίβεια στην εξής φράση τού Συμβόλου της Πίστεώς μας: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν τού μέλλοντος αιώνος. Αμήν»[92].

 

 

 

 





 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 









[1] Μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Δρ Θεολογίας. Πτυχιουχου. Φιλολογίας, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ-ΜΑΓΟΥ, διαδίκτυο.

[2] Αβραμίδης Αθανάσιος, καρδιολόγος, καθηγητής παθολογίας Παν. Αθηνών, Ανόρθόδοξες θεραπευτικές μέθοδοι, έκδοση Ι.Μητροπόλεως Ηλείας, σ. 15-17.

[3]Ανδρουλάκη Ελένη, Εναλλακτικές «θεραπευτικές» μέθοδοι: μια νέα μορφή πνευματικού ολοκληρωτισμού, διαδίκτυο.

 

[4] Αβραμίδης Αθανάσιος, καρδιολόγος, καθηγητής παθολογίας Παν. Αθηνών, Ανόρθόδοξες θεραπευτικές μέθοδοι, έκδοση Ι.Μητροπόλεως Ηλείας, σ.17-19.

[5] Hunt Dave, McMahon T.A., America, the Sorcerer’s New Apprentice: The Rise of New Age Shamanism, Harvest House Publishers, Inc. 1988, σελ. 9.

 

[6] Cumbey Constance, Τhe Hidden Dangers of the Rainbow, Huntington House, 1983.

 

[7] http://www.crossroad.to/articles2/sorcery.htm πρβλ. και Φαρασιώτη Διονυσίου, Οι γκουρού, ο νέος και ο Γέροντας Παΐσιος, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 233.

 

[8] Η Alice Bailey υπήρξε, μετά την Blavatsky και την Annie Besant, πρόεδρος της Θεοσοφικής Εταιρείας του Λονδίνου.

 

[9] Ferguson Marilyn, The Aquarian Conspiracy. Personal and Social Transformation in the 1980’s, London 1982.

 

[11] μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Δρ Θεολογίας. Πτυχιουχου. Φιλολογίας, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ-ΜΑΓΟΥ, διαδίκτυο

[12] Όπ. Παρ.

[13] Στις 24-11-96 στην εκπομπή «Ράδιο-παράγκα» του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδας (89,4) που αποκάλυψε τα προβλήματα του βελονισμού

[14] Ο όρος Νέα Εποχή (του Υδροχόου) προήλθε από την Αστρολογία

[15] Αρχιμ. Τσιάκκα Χριστοφόρου ένθ. ανωτ., σελ. 644-650

[16] Cumbey Constance, ένθ. ανωτ. και άλλοι

[18] για παράδειγμα η θετική σκέψη, η μέθοδος Silva, ο νευρογλωσσικός προγραμματισμός (NLP) κ.α.

 

[19] Γένεσις 3:5

 

[20] εξαιρετικά επικίνδυνες καταστάσεις όπως: οι τεχνικές αναπνοής (breathing techniques), ο διαλογισμός (meditation), η καθοδηγούμενη νοερή απεικόνιση (visualization/guided imagery), ο υπνωτισμός και λοιπές πρακτικές οι οποίες, εκτός των άλλων, πολύ συχνά δημιουργούν και ψυχιατρικά προβλήματα.

 

[21] Γένεσις 3:5

 

[22] Γένεσις 3:4

 

[23] εδώ δεν εννοείται η απλή άσκηση του σώματος, ούτε οι σωστές διατροφικές συνήθειες, με τα οποία κανείς βέβαια δεν θα είχε αντίρρηση.

 

[25] Αρχιμ. Τσιάκκα Χριστοφόρου , σελ. 646.

 

[26] Αρχιμ. Τσιάκκα Χριστοφόρου ένθ. ανωτ., σελ. 647-648.

 

[27] Γεωργίου Χρήστου, «Πολιτισμικός ‘Δούρειος Ίππος’», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 3/08/2003 (οι υπoγραμμίσεις δικές μας).

 

[28] Dr Sneed David & Dr Sneed Sharon, Kριτική στην Ιατρική της Νέας Εποχής, Στερέωμα, 1991, σελ. 62.

 

[29] Dr Ankerberg, John & Dr Weldon, John, Encyclopedia of New Age Beliefs, Harvest House Publishers,1996, σελ.477

 

[31] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ 106.

 

[32] Γ. Βυθούλκα. Η Επιστήμη της Ομοιοπαθητικής. Έκδοση Κέντρου Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, Αθήνα, 1990, σελ. 23.

 

[33] ε.α., σελ. 22

 

[34] ε.α., σελ. 45

 

[35] ε.α., σελ. 46

 

[36] ε.α., σελ. 60

 

[37] George Vithoulkas. Classical Homeopathy for Anxiety & Jealousy. Groma Publishers Baar, Switzerland, 2004, p.191.

 

[38] Γ. Βυθούλκα. Η Επιστήμη της Ομοιοπαθητικής. Έκδοση Κέντρου Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, Αθήνα, 1990, σελ.64

 

[39] ε.α, σελ. 64-65

[40] ε.α., σελ. 65

 

[41] ε.α., σελ. 80-82

 

[42] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ. 2.

 

[43] ε.α., σελ. 5.

 

[44] ε.α., σελ. 7.

 

[45] ε.α., σελ. 21.

 

[46] Γ. Βυθούλκα. Η Επιστήμη της Ομοιοπαθητικής. Έκδοση Κέντρου Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, Αθήνα, 1990, σελ. 84.

 

[47] ε.α, σελ. 88.

[48] ε.α., σελ. 95

 

[49] ε.α., σελ. 86

 

[50] ε.α., σελ.95

 

[51] ε.α., σελ. 97.

 

[52] ε.α., σελ. 98

 

[53] ε.α., σελ. 97.

 

[54] ε.α., σελ. 133

 

[55] ε.α, σελ. 143

[56] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ 36

 

[57] Γ. Βυθούλκα. Η Επιστήμη της Ομοιοπαθητικής. Έκδοση Κέντρου Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, Αθήνα, 1990, σελ. 139

 

[58] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ. 39

 

[59] ε.α, σελ. 39-40

 

[60] Γ. Βυθούλκα. Η Επιστήμη της Ομοιοπαθητικής. Έκδοση Κέντρου Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, Αθήνα, 1990, σελ. 99.

 

[61] ε.α., σελ. 100.

 

[62] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ. 17.

 

[63] George Vithoulkas. Classical Homeopathy for Anxiety & Jealousy. Groma Publishers Baar, Switzerland, 2004, p. 152

 

[64] Γ. Βυθούλκα. Η Επιστήμη της Ομοιοπαθητικής. Έκδοση Κέντρου Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, Αθήνα, 1990, σελ. 111.

 

[65] ε.α., σελ.112.

 

[66] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ. 18.

 

[67] ε.α, σελ. 21.

 

[68] ε.α., σελ. 20.

 

[69] ε.α., σελ. 112

 

[70] ε.α., σελ. 114.

 

[71] ε.α., σελ.115.

 

[72] ε.α., σελ. 110

 

[73] ε.α., σελ. 101

 

[74] ε.α., σελ. 101-102

 

[75] ε.α., σελ. 106

 

[76] ε.α., σελ. 155.

 

[77] ε.α., 107

 

[78] ε.α., σελ. 166

 

[79] ε.α., σελ. 168

 

[80] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ. 91

 

[81] Γ. Βυθούλκα. Η Επιστήμη της Ομοιοπαθητικής. Έκδοση Κέντρου Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, Αθήνα, 1990, σελ. 228

 

[82] ε.α., σελ. 87

 

[83] ε.α, σελ. 95

 

[84] ε.α., σελ. 167

 

[85] George Vithoulkas. Classical Homeopathy for Anxiety & Jealousy. Groma Publishers Baar, Switzerland, 2004, p. 19.

 

[86] ε.α., σελ. 170

 

[87] ε.α., σελ. 170

 

[88] ε.α., σελ. 168

 

[89] ε.α., σελ. 154, 157.

 

[90] Γ. Βυθούλκα. Ομοιοπαθητική. Η ιατρική για τη νέα χιλιετία. Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα, 2002, σελ 106.

 

[91] Αβραμίδης Αθαν, καρδιολόγος, καθ. Παθολογίας Παν. Αθηνών, Ανορθόδοξες θεραπευτικές μέθοδοι ιατρικώς και εκκλησιαστικώς, έκδ. Ι. Μητροπόλεως Ηλείας, 2006, σ. 21-27.

[92] Πηγή: Περιοδικό της Παγκύπριας Ένωσης Γονέων ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ, Ηλεκτρονική επεξεργασία: egolpion.com,

 

Περί των 2 Αποστόλων: Ιούδα του Θαδαίου και Ιούδα του αδελφοθέου

E-mail Εκτύπωση PDF

ioudasΕίναι γνωστό στους θεολόγους το πρόβλημα: Ποίοι είναι οι λεγόμενοι «Αδελφοί του Ιησού Χριστού», όπως και η υπάρχουσα διχογνωμία στο ποίος είναι ο συγγραφέας της καθολικής επιστολής του Ιούδα στην Καινή Διαθήκη.

Γνωστό είναι επίσης και το λειτουργικό θέμα, ποίος Απόστολος Ιούδας εορτάζει την 19ην Ιουνίου και ποίος την 21ην Αυγούστου, αφού μερικοί ταυτίζουν τα δύο πρόσωπα.

Στις ημέρες μας μάλιστα κυκλοφορεί και κάποια περίεργη ευχή, που αποδίδεται στον άγιο Απόστολο Ιούδα, τον επικαλούμενον Λεβαίο ή Θαδδαίο, έναν εκ των 12 Αποστόλων του Κυρίου, η οποία ευχή όμως είναι επηρεασμενη από μαγικές αντιλήψεις και επομένως δεν πρέπει να χρησιμοποιήται.

Ο Θεολόγος Καθηγητής στο Γυμνάσιο – Λύκειο Καράτουλα κ. Μιχαήλ Μπερκουτάκης έχει ασχοληθή με το θέμα και έχει συντάξει τρία κείμενα:

  1. Μελέτη περί των δύο Αποστόλων: Ιούδα του Θαδδαίου ή Λεβαίου και Ιούδα του Αδελφοθέου.
  2. Παρακλητικόν Κανόνα εις τον άγιον Απόστολον Ιούδα Ιακώβου του επικληθέντος Θαδδαίου ή Λεβαίου . Και
  3. Ευχή εις τον άγιον Απόστολον Ιούδα Ιακώβου, τον και Θαδδαίον ή Λεβαίον ονομαζόμενον.

Για θεολογική μελέτη των βουλομένων, αλλά και προς λειτουργική χρήσι, με την άδεια του Συγγραφέως και την ευχήν του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. ΓΕΡΜΑΝΟΥ, τα αναρτώμεν εις την ιστοσελίδα της Μητροπόλεώς μας δια κάθε ενδιαφερόμενον.

(Πατήστε με το ποντίκι σε έναν από τους παραπάνω συνδέσμους)

 

Εισήγηση-Πρόταση του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ για το μάθημα των Θρησκευτικών στην Μέση Εκπαίδευση

E-mail Εκτύπωση PDF

Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Μέση Εκπαίδευση

                       Εισήγηση - Πρόταση

του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

ενώπιον της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

και των εκπροσώπων των Θεολογικών Σχολών και των Συλλόγων Θεολόγων

                              12 Ιανουαρίου 2016

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος αφ’ ενός μεν για την σημερινή συνάντηση, αφ’ ετέρου δε για την ανάθεση σε μένα της εισηγήσεως για το μάθημα των Θρησκευτικών στους μαθητές της Μέσης Εκπαίδευσης.

Αυτή η απόφαση είναι αποτέλεσμα συζητήσεως που έγινε στην Ιερά Σύνοδο, της ευαισθησίας και της αγωνίας του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, ο οποίος είπε ότι πρέπει επί τέλους να καταστρωθή μια πρόταση για το θέμα αυτό που συζητείται τόσο χρόνο, του ενδιαφέροντος των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών που συγκροτούν την Διαρκή Ιερά Σύνοδο και της προτάσεώς μου κατά την διάρκεια της συζητήσεως του θέματος σε αυτήν.

Έχουν κατά καιρούς διατυπωθή πολλές απόψεις γύρω από το θέμα αυτό, εγράφησαν εισηγήσεις, κείμενα, διοργανώθηκαν Συνέδρια, δημοσιεύθηκαν βιβλία, ως προς τα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα. Αυτόν τον καιρό διάβασα εκατοντάδες και χιλιάδες σελίδες για να συγκροτήσω την εισήγησή μου με την συγκεκριμένη πρόταση.

Επίσης, έχει συζητηθή επανειλημμένως το θέμα στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο και την Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου έγιναν εισηγήσεις από Ιεράρχες που γνωρίζουν τα θέματα αυτά. Θέλω να σας ενημερώσω ότι ο Θεοφιλέστατος Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου Επίσκοπος Μεθώνης Κλήμης έθεσε υπ’ όψιν μου ογκώδη φάκελλο, τον οποίον ο ίδιος συνεκρότησε με ενδιαφέρον και ιδιαίτερη σπουδή, μέσα στον οποίον αποτυπώνεται καθαρά η όλη διεργασία που έγινε από την Εκκλησία στο θέμα αυτό. Τόν ευχαριστώ θερμότατα. Διάβασα και όλο αυτό το υλικό.

Νομίζω ότι θα πρέπει να προχωρήσουμε σε συγκεκριμένες προτάσεις. Αυτός είναι ο σκοπός της παρούσης εισηγήσεως. Θα τεθή μια συγκεκριμένη πρόταση, μήπως τελικά βρεθή κάποια λύση στο φλέγον αυτό θέμα του περιεχομένου του μαθήματος των Θρησκευτικών και της διδασκαλίας του. Παρακαλώ, θα ήθελα την προσοχή σας και την κατανόησή σας. Δεν επιθυμώ να θίξω κανέναν, ούτε να παραθεωρήσω το έργο που επιτελούν όλοι στην Εκκλησία και στην Παιδεία, δεν αμφισβητώ την διάθεση κανενός στο να προσφέρη στην Εκπαίδευση. Ξεκινώ με την ομολογία ότι όλοι ομιλούν και γράφουν από ιδιαίτερη άποψη ο καθένας, αλλά με τον βαθύτερο σκοπό να προσφερθή το μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία κατά τον αρτιότερο τρόπο για την ωφέλεια των μαθητών.

Διαιρώ το θέμα μου σε τέσσερεις ενότητες. Η πρώτη είναι η κατά καιρούς συζήτηση του θέματος στην Ιερά Σύνοδο, η δεύτερη είναι το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, κατά το τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών και το προτεινόμενο νέο Πρόγραμμα Σπουδών, η τρίτη είναι η πρότασή μου για την ενδεχόμενη επίλυση του ζητήματος, και η τέταρτη είναι η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνειδήσεως.
1. Η κατά καιρούς συζήτηση του θέματος στην Ιερά Σύνοδο
Ήδη έχει αναφερθή ότι ανεδίφησα στον φάκελλο που συνεκρότησε ο Θεοφιλέστατος Αρχιγραμματέας Επίσκοπος Μεθώνης κ. Κλήμης και μελέτησα το τί έχει πράξει η Ιερά Σύνοδος την τελευταία πενταετία που γίνεται συζήτηση για το σοβαρό αυτό θέμα. Θα τονισθούν κεντρικά σημεία, χάριν της ιστορίας.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επανειλημμένως στις Συνεδριάσεις της συνεζήτησε το θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών, μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» ότι «η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, ως τα της χριστιανικής αγωγής της νεότητος…», και ύστερα από εισηγήσεις Συνοδικών Επιτροπών, από παρεμβάσεις Μελών της, από υπομνήματα των Θεολογικών Σχολών, των Θεολογικών Συλλόγων και αρμοδίων προσώπων. Κατά την τελευταία διαρρεύσασα πενταετία (2010-2015) συνεζήτησε το θέμα αυτό και τις ποικίλες πλευρές του, μεταξύ των άλλων, τον Σεπτέμβριο του 2010, τον Απρίλιο του 2011, τον Νοέμβριο του 2012, τον Ιανουάριο του 2014, τον Φεβρουάριο του 2015 και πρόσφατα τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2015. Όταν διαβάση κανείς τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων αυτών, διακρίνει το ενδιαφέρον και την αγωνία των Αρχιερέων για την διατήρηση του μαθήματος των Θρησκευτικών προς την κατάλληλη αγωγή των νέων.

Επίσης, κατά την διάρκεια των Συνεδριών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ανεγνώσθησαν εμπεριστατωμένες εισηγήσεις Ιεραρχών, όπως των Σεβ. Μητροπολιτών Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ. Προκοπίου, Αλεξανδρου-πόλεως κ. Ανθίμου και Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, όπως και κατά καιρούς ανεγνώσθησαν γνωμοδοτικά κείμενα των Ειδικών Συνοδικών Επιτροπών για την Παιδεία και την Νεότητα, και της Συνοδικής Επιτροπής Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως Εφημεριακού Κλήρου.

Ακόμη, πρέπει να μνημονεύσω ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος διοργάνωσε επανειλημμένως Συσκέψεις μεταξύ των Μελών της Ιεράς Συνόδου και Καθη-γητών των Θεολογικών Σχολών και των Θεολογικών Συλλόγων. Υπενθυμίζω ότι την 16η Μαρτίου 2011 έγινε συζήτηση μεταξύ της Ιεράς Συνόδου και των εκπροσώπων των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης για το μέλλον των Θεολογικών Σχολών και το μάθημα των Θρησκευτικών. Την 30ή Απριλίου 2011 διοργανώθηκε συνάντηση της Ιεράς Συνόδου με εκπροσώπους των Θεολογικών Σχολών και των Θεολογικών Ενώσεων και Συνδέσμων όλης της Χώρας, για τις εξελίξεις σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών και ειδικότερα για τις ώρες διδασκαλίας στο Λύκειο. Την 4η Μαΐου του 2012 έγινε κοινή Συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Σχολικών Συμβούλων, των εκπροσώπων της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων» και εκπροσώπων του Συνδέσμου Θεολόγων «Καιρός». Την 26η Ιουνίου του 2014 διοργανώθηκε από την Ιερά Σύνοδο Ημερίδα στην οποία παρευρέθησαν οι Συνοδικοί Αρχιερείς, ο Υπουργός Παιδείας, ο Γενικός Γραμματεύς Θρησκευμάτων, η Γενική Διευθύντρια της Διευθύνσεως Θρησκευμάτων, οι Πρόεδροι της Πανελ-ληνίου Ενώσεως Θεολόγων και του «Καιρού», οι εκπρόσωποι των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγοι από όλη την Ελλάδα και τα Μέλη της Συνοδικής Επιτροπής Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως του Εφημεριακού Κλήρου. Στην Ημερίδα αυτή, κεντρική εισήγηση έκανε ο Σεβ. Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου κ. Δωρόθεος και ακολούθησε συζήτηση.

Επί πλέον η Ιερά Σύνοδος έλαβε κατά καιρούς υπομνήματα των Θεολογικών Σχολών, της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, του Πανελληνίου Θεολογικού Συνδέσμου «Καιρός», του Παραρτήματος Θεολόγων Πατρών, της Ενώσεως Θεολόγων Λαρίσης, της επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά του Δημοτικού και Γυμνασίου του κ. Γεωργίου Κρίππα, Καθηγητού Ελεύθερου Πανεπιστημίου κ.ά.

Πέραν τούτων είναι σημαντικό το υπόμνημα-παρέμβαση της Εκκλησίας της Ελλάδος ενώπιον της Ολομελείας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με θέμα «Νόμιμοι λόγοι εξαίρεσης από την παρακολούθηση-εξέταση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση».

Υπάρχουν και άλλες πρωτοβουλίες που ανελήφθησαν από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι παρά ταύτα δεν επιλύεται αυτό το θέμα, ενδεχομένως γιατί όλες οι πλευρές που ασχολούνται με το θέμα παραμένουν σταθερές στις απόψεις τους, ή διότι δεν ωρίμασε ακόμη το θέμα, αλλά έπρεπε να περάση πολύς καιρός για να ωριμάση. Έτσι, η παρούσα συνάντηση φιλοδοξεί να δώση κάποια αφορμή επιλύσεως του θέματος, τουλάχιστον από την πλευρά μου θα προσπαθήσω να καταθέσω συγκεκριμένη πρόταση.

2. Το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών
Καίριας σημασίας ζήτημα είναι ποιό θα είναι το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, από το οποίο θα εξαρτηθή και ο τρόπος απαλλαγής των μαθητών από αυτό.
Εισαγωγικά πρέπει να επισημανθή ότι χαρακτηρίζεται «μάθημα Θρησκευτικών» και όχι «μάθημα Εκκλησιαστικών». Από την φύση του το μάθημα αυτό είναι γνωσιολογικό, εξ ού και χαρακτηρίζεται «μάθημα», και μάλιστα «θρησκευτικών», που σημαίνει ότι δεν αναφέρεται στην κατήχηση της Εκκλησίας. Το λέγω αυτό, γιατί εμείς οι θεολόγοι γνωρίζουμε ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ θρησκείας και Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν μπορεί να ταυτισθή με τον όρο θρησκεία, γιατί έχει διαφορετικούς σκοπούς, ενδιαφέροντα και μεθοδολογία.
Επομένως, όπως διδάσκεται σήμερα το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν είναι κατήχηση της Εκκλησίας, δεν ταυτίζεται με ένα κατηχητικό μάθημα, χωρίς όμως να αποδεσμεύεται από την ζωή της Εκκλησίας.

α) Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Διοικητικού Εφετείου Χανίων
Το Σύνταγμα είναι ο Καταστατικός Χάρτης της Ελληνικής Πολιτείας και κανείς δεν μπορεί να το αρνηθή ή να το υπονομεύση. Είναι δε γνωστόν ότι το Σύνταγμα ερμηνεύεται από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πατρίδας μας, το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Νά ενθυμίσω ότι για το θέμα των Θρησκευτικών είναι σημαντική η υπ’ αριθμ. 3356/1995 Απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος του Σ.τ.Ε. Θα γίνη μια μικρή ανάλυση.

Η απόφαση αυτή συνδυάζει τρία βασικά άρθρα του Συντάγματος, ήτοι: το 13 άρθρο για τον σεβασμό της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως, και για την ελευθερία κάθε θρησκείας να επιτελή την λατρεία της∙ το άρθρο 16 για τον σκοπό της παιδείας που παρέχεται από το Κράτος, η οποία πρέπει να αποβλέπη «στήν ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, και την διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες»∙ και το 3 άρθρο που χαρακτηρίζει το Ορθόδοξο Δόγμα ως «επικρατούσα Θρησκεία», που σημαίνει ότι «η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού πρεσβεύει την Ορθόδοξη Εκκλησία». Έτσι, η συγκεκριμένη απόφαση συνδυάζοντας τα τρία αυτά άρθρα του Συντάγματος καταλήγει στο ότι ο σκοπός της παιδείας που προσφέρεται στα Σχολεία είναι «μεταξύ των άλλων, και η «ανάπτυξη» της θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας».

Αυτό συνάγεται και από την Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950, σύμφωνα με την οποία κάθε Κράτος στα καθήκοντά του στο πεδίον της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως «θά σέβεται το δικαίωμα των γονέων, όπως εξασφαλίζωσιν την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τάς ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις». Εννοείται ότι εφ’ όσον η πλειοψηφία των Ελλήνων Πολιτών ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αυτό συνεπάγεται ότι το Κράτος πρέπει να προσφέρη θρησκευτική αγωγή, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία και σε αυτό αποφασιστικό λόγο έχουν οι γονείς των ανηλίκων μαθητών. Αυτό δεν αναφέρεται μόνον στο μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά και στο ότι «οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να μετέχουν στις σχολικές θρησκευτικές εκδηλώσεις, όπως είναι η καθημερινή προσευχή και ο εκκλησιασμός».

Έπειτα, στην απόφαση αυτή λέγεται ότι επειδή οι μαθητές βάσει του 13 άρθρου του Συντάγματος και των διατάξεων της Συμβάσεως της Ρώμης έχουν διάφορες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, μπορούν «νά μη μετέχουν στις πιο πάνω θρησκευτικές εκδηλώσεις και να μήν παρακολουθούν την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών», αρκεί να δηλώσουν οι μαθητές και οι γονείς στον Διευθυντή του Σχολείου ότι έχουν «λόγους θρησκευτικής συνείδησης» και αυτοί οι λόγοι προσδιορίζονται σαφώς «ήτοι διότι είναι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι ή άθεοι».

Και αν η άρνηση των μαθητών ή των γονέων τους, να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις αυτές «δέν συνδέεται από επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης», τότε, κατά την απόφαση αυτή, «ο Διευθυντής έχει και πάλιν την υποχρέωση που απορρέει από τις πιο πάνω διατάξεις, να διερευνήσει μήπως τυχόν η άρνηση αυτή οφείλεται σε τέτοιου είδους λόγους, ούτως ώστε να συμπεριφερθή αναλόγως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται πιο πάνω».

Επειδή, όμως, μια τέτοια ενέργεια του Διευθυντή μπορεί να εκληφθή ότι απαγορεύεται από το Σύνταγμα, στην απόφαση του Σ.τ.Ε. επισημαίνεται ότι η έρευνα αυτή «δέν απαγορεύεται από το άρθρο 13 του Συντάγματος, διότι δεν αποτελούν μέσον προς δίωξη του μαθητή, λόγω των διαφόρων, ενδεχομένως, θρησκευτικών του πεποιθήσεων, οι οποίες πρέπει πάντως να είναι σεβαστές, αλλά όλως αντιθέτως αποβλέπουν εις το να διευκολύνουν τον μαθητή να απολαύσει «ανεμπόδιστα» την ελευθερία της θρησκευτικής του συνειδήσεως».

Το περιεχόμενο της απόφασης αυτής παρατηρείται και σε επόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ήτοι την υπ’ αριθμ. 2176/1998 απόφαση, η οποία αναφέρεται στο να εξασφαλίζεται η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών «επί ικανόν αριθμόν ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως».

Στο ΣΤ’ Τμήμα του Σ.τ.Ε. που εξέδωσε και τις δύο αυτές αποφάσεις προήδρευσε ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Αναστάσιος Μαρίνος, ο οποίος με σχετικές μελέτες του ανέλυσε το όλο περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, που νομίζω ότι οι μελέτες αυτές έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Νεώτερη απόφαση του τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Χανίων κινείται στην ίδια προοπτική. Πρόκειται για την υπ’ αριθμ. 115/2012 απόφαση του Διοικητικού αυτού Δικαστηρίου, που είναι ισόκυρη με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι ο Νόμος 702/1977 υπήγαγε την εκδίκαση των αιτήσεων των ακυρωτικών πράξεων που αφορούν κάθε θέμα εκπαιδευτικής νομοθεσίας από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα Τριμελή Διοικητικά Εφετεία. Επομένως, η απόφαση αυτή είναι οριστική και τελεσίδικη και δεν υπάγεται σε κανένα ένδικο μέσο, είναι δε υποχρεωτική για κάθε δημόσια υπηρεσία.

Η συγκεκριμμένη απόφαση στηρίζεται στο Σύνταγμα της Ελληνικής Πολιτείας, τις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 3356/1995 και 2176/1998 του Συμβουλίου της Επικρατείας, τις σχετικές αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, τον Νόμο περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, άλλους Νόμους και κανονιστικές Πράξεις της Πολιτείας και αποφαίνεται ότι «τά βιβλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, εκδίδονται με γνώμονα την ως άνω εκ του Συντάγματος επιβαλλόμενη επιταγή και υλοποιούν τον εκτελεστικό αυτόν νόμο 1566/1985, αναγνωρίζεται, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα, η αξία και η αναγκαιότητα της θρησκευτικής αγωγής στο σχολείο, η οποία επιβάλλεται να μήν είναι άσχετη με την κοινωνική, την πολιτισμική και την θρησκευτική συνείδηση του τόπου στον οποίον οι μαθητές ζουν και αναπτύσσονται».

Ειδικότερα δε η απόφαση αυτή κάνει αναφορά στο βιβλίο της Α’ τάξεως του Γενικού Λυκείου, το οποίο σημειωτέρον κατηγορείται ως κατηχητικό μάθημα, και αποφαίνεται: «Μέ αυτό δε το περιεχόμενο (όπως προκύπτει και από τα κατ’ επίκληση προσκομισθέντα και αποτελούντα στοιχεία της δικογραφίας βιβλία του μαθήματος των θρησκευτικών που διδάχθηκαν κατά την σχολική περίοδο 2010-2011, με ενδεικτική παράθεση του περιεχομένου του βιβλίου Α’ Γενικού Λυκείου με τίτλο «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ» με τα Κεφάλαια που είναι τα εξής …) (καί αναφέρονται τα σχετικά κεφάλαια), το μάθημα των θρησκευτικών, και σε συνδυασμό με τη συνταγματική επιταγή περί προστασίας της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 13 πρ. 1Σ), δεν αντιτίθεται στις απαιτήσεις του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας (εδώ καταγράφονται αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), αλλά ακριβώς τις θεμελιώνει, ο δε υποχρεωτικός χαρακτήρας του όχι μόνο δεν αναιρεί, αλλά επισφραγίζει τον σεβασμό των οποιωνδήποτε διαφορετικών πεποιθήσεων, όπως και ιστορικά αναδεικνύεται η μακρά συνύπαρξη με αλλόφυλους και αλλόθρησκους».

Γενικά, σύμφωνα με την σημαντική αυτή απόφαση επιβάλλεται η υποχρεωτική διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα Σχολεία, το οποίο μάθημα, όπως έχει διατυπωθή στα ισχύοντα βιβλία, κινείται στις απαιτήσεις του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας∙ οι ορθόδοξοι μαθητές δεν μπορούν να απαλλαγούν από το μάθημα των Θρησκευτικών όσους λόγους και αν επικαλεσθούν∙ και επιτρέπεται να απαλ-λάσσωνται από το μάθημα των Θρησκευτικών μόνον οι άθρησκοι, οι αλλό-θρησκοι ή ετερόδοξοι μαθητές, μόνον με τις αυστηρώς προδιαγραφόμενες προϋποθέσεις.

Μέ τις σημαντικές αυτές αποφάσεις των Ανωτάτων Διοικητικών Δικαστηρίων η Ελληνική Πολιτεία δεν μπορεί να προβή τόσο στην αλλαγή του περιεχομένου του μαθήματος των Θρησκευτικών στους ορθοδόξους μαθητές, όσο και στην απαλλαγή από την παρακολούθησή του με την επίκληση μόνο λόγων συνειδήσεως, χωρίς να δηλώνονται οι σαφέστατα λόγοι. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται, οι εκπαιδευτικοί ή κρατικοί λειτουργοί υπέχουν αστικές και πειθαρχικές ευθύνες όταν παραβούν τις υποχρεώσεις τους χωρίς να αποκλείωνται και οι ποινικές ευθύνες.

Επί πλέον στην Απόφαση αυτή γράφεται ότι «οι απόψεις του Συνηγόρου του Πολίτη δεν δεσμεύουν τις Κρατικές Υπηρεσίες, όπως δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 1041/2004 απόφασή του δέχεται επί λέξει: «… η σιωπηρή άρνηση της Διοικητικής Αρχής να συμμορφωθεί σε πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτου … δεν αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας»».

Επομένως, οι αποφάσεις αυτές των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας μας επιλύουν το θέμα αυτό και δεν μπορεί να γίνη αλλαγή στο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών.

β) Οι παραπλανητικοί χαρακτηρισμοί
Η συζήτηση που έγινε μέχρι τώρα έχει περιορισθή κυρίως στο κατά πόσον το μάθημα των Θρησκευτικών θα είναι κατηχητικό-ομολογιακό ή θρησκειολογικό ή η υπέρβασή τους. Η πρώτη περίπτωση (κατηχητικό-ομολογιακό) προϋποθέτει αμιγώς ορθόδοξα Σχολεία, ενώ η δεύτερη περίπτωση (θρησκειολογικό) προϋποθέτει πολυπολιτισμικά Σχολεία, σε μια πλουραλιστική κοινωνία. Επίσης, αυτή η συζήτηση γίνεται με την προοπτική να μπορούν να το παρακολουθούν όλοι οι μαθητές, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσουν μερικοί απαλλαγή από το μάθημα.

Μελετώντας τα περισσότερα κείμενα που έχουν γραφή από τους υποστηρικτές των δύο τάσεων-κατευθύνσεων, έχω διαπιστώσει ότι δόθησαν χαρακτηρισμοί που δεν ευσταθούν και ενδεχομένως αποπροσανατολίζουν την προσοχή των ανθρώπων και δεν βοηθούν στην επίλυση του θέματος.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι το τρέχον – ισχύον Πρόγραμμα Σπουδών χαρακτηρίζεται ως κατηχητικό – ομολογιακό, που πρέπει ή δεν πρέπει να γίνεται σε μια σύγχρονη πλουραλιστική κοινωνία. Επίσης, το προτεινόμενο νέο Πρόγραμμα Σπουδών χαρακτηρίζεται ως θρησκειολογικό, που μεταβάλλει τον χαρακτήρα της Παιδείας, αντίθετα με ό,τι επιτάσσει το Σύνταγμα, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος ή είναι το πλέον κατάλληλο για τις σύγχρονες συνθήκες ζωής. Αυτό το γράφω κάπως σχηματικά.

Όμως νομίζω ότι τα πράγματα δεν ερμηνεύονται διαζευκτικά, του τύπου: ομολογιακό-κατηχητικό μάθημα ή θρησκειολογικό; Δυστυχώς πάντοτε όταν υπάρχουν αντιπαραθέσεις, δημιουργούνται οι συνθήκες να αποδίδωνται σε αυτούς που έχουν διαφορετικές απόψεις διάφοροι χαρακτηρισμοί, οι οποίοι όμως είναι επιφανειακοί και δεν ανταποκρίνωνται στην πραγματικότητα. Πάντως, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση, ίσως εσφαλμένα, ότι η αντίθεση μεταξύ των προγραμμάτων δεν προέρχεται τόσο από το περιεχόμενο των βιβλίων, όσο από τις θεολογικές τάσεις που εκφράζουν οι προτείνοντες, που άλλοι χαρακτηρίζονται ως συντηρητικοί και άλλοι ως φιλελεύθεροι.

Μελέτησα όσον είναι δυνατόν και τα δύο προγράμματα, ήτοι το τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών και το προτεινόμενο νέο Πρόγραμμα Σπουδών. Πάντοτε υποστήριζα ότι στο θέμα αυτό δεν μπορούμε να ομιλούμε θεωρητικά, και αφηρημένα, γι’ αυτό παλαιότερα είχα προτείνει να γραφούν για ένα συγκεκριμένο θέμα κείμενα και με τα δύο προτεινόμενα Προγράμματα ώστε να έχουμε μπροστά μας παραδείγματα και να κρίνουμε ασφαλώς. Τώρα όμως που συγκεκριμενοποιήθηκαν τα θέματα, μπορούμε να έχουμε συγκριτική γνώμη.

Έτσι μελέτησα αφ’ ενός μεν τα βιβλία των Θρησκευτικών που διδάσκονται στους μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου αφ’ ετέρου δε μελέτησα το προτεινόμενο νέο Πρόγραμμα Σπουδών και κατέληξα σε μερικά συμπεράσματα, τα οποία θα διατυπώσω με ειλικρίνεια.

γ) Το τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών
Θεωρώ ότι το τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών εσφαλμένως χαρακτηρίζεται ως κατηχητικό-ομολογιακό.

Ο όρος ομολογιακό μάθημα δεν εκφράζει την Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά παραπέμπει στην δυτική θρησκευτική παράδοση, διότι όπως γνωρίζουμε, αυτός ο όρος «επικράτησε μετά τις μακραίωνες διαμάχες Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών στην δυτική και βόρεια Ευρώπη, όπου οι ομολογίες πίστεως ήταν μια δημόσια παραδοχή της διδασκαλίας των νικητών». Αυτό σημαίνει ότι «τό μάθημα των Θρησκευτικών δεν έχει αφ’ εαυτού του ομολογιακό-κατηχητικό χαρακτήρα που έχει στή Δυτική Ευρώπη». Πιό συγκεκριμένα θα μπορούσα να πω ότι τα βιβλία που δίνονται στους μαθητές δεν κάνουν απολογητική υπέρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε σχέση με άλλες Ομολογίες ή τον Ρωμαιοκαθολικισμό, ούτε υπερασπίζονται φονταμενταλιστικές θέσεις απέναντι στις επιστήμες, όπως κάνουν διάφορα ομολογιακά προτεστατικά Sunday Schools.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι συγγραφείς του βιβλίου της Α’ Γυμνασίου (Όλγα Γριζοπούλου και Πηγή Καζλάρη) αρνούνται τον κατηχητικό χαρακτήρα του βιβλίου που συνέγραψαν, γι’ αυτό γράφουν: «Το μάθημα έχει ενημερωτικό και μορφωτικό χαρακτήρα και οι δάσκαλοί του θεωρούν την κατήχηση ως έργο αποκλειστικά της Εκκλησίας».

Επομένως, το τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών των Θρησκευτικών δεν είναι ομολογιακό-κατηχητικό μάθημα, ούτε πρέπει να χαρακτηρίζεται με τον όρο αυτό, αλλά είναι κατά βάση γνωσιολογικό, πολιτιστικό και έχει θρησκειο-λογικά στοιχεία. Άν εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται «από τους επιπόλαιους περιφρονητές του ή τους μικρόψυχους φίλους του (θελητά ή αθέλητα)» ως ομολογιακό – κατηχητικό, τότε αδικείται το μάθημα, παραπλανώνται όσοι δεν έχουν άμεση γνώση του αντικειμένου, γίνεται αφορμή να αυξάνωνται οι αιτήσεις για απαλλαγές, γιατί από την φύση του «μάθημα κατηχητικό σημαίνει μάθημα ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΟ» και ωθείται προς το ολοκληρωτικά θρησκειολογικό.

Δεν υπάρχουν τεκμηριώσεις με συγκεκριμένες κειμενικές αναφορές στο τί εννοούν οι επικριτές των τρεχόντων βιβλίων λέγοντας ότι το μάθημα είναι κατηχητικό-ομολογιακό. Κτίσθηκε μια επιχειρηματολογία χωρίς τεκμήρια. Οι επικριτές, ενίοτε και σιωπηρά, μπορεί να υπονοούν την στάση ορισμένων θεολόγων μέσα στην τάξη, ότι δηλαδή κάνουν κατήχηση. Ωστόσο, κάτι τέτοιο αφορά την προσωπικότητα κ»αθε διδάσκοντος και δεν αποφεύγεται σε κανένα απολύτως μάθημα, όπου εισάγονται οι προσωπικές ιδεολογίες κάθε διδάσκοντος. Τα βιβλία δεν μπορεί να ευθύνωνται για τους όποιους εκτροχιασμούς, αν υπάρχουν, από πλευράς διδασκόντων.

Υπενθυμίζω ότι η θεματολογία των βιβλίων είναι η ακόλουθη:
Το βιβλίο της Α’ Γυμνασίου ασχολείται με την Παλαιά Διαθήκη, της Β’ Γυμνασίου με την Καινή Διαθήκη, της Γ’ Γυμνασίου με την Εκκλησιαστική ιστορία, της Α’ Λυκείου με την Ορθόδοξη πίστη και λατρεία, της Β’ Λυκείου με τον Χριστιανισμό και τα Θρησκεύματα, και της Γ’ Λυκείου με την Χριστιανική Ηθική.

Τρείς παρατηρήσεις θα κάνω για την θεματική διάρθρωση του τρέχοντος Προγράμματος Σπουδών, δηλαδή του Προγράμματος που ισχύει σήμερα.

Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι υφίσταται μια μεθοδολογία που αναπτύσσεται στην ιστορική εξέλιξή της, ήτοι ο μαθητής από την Παλαιά Διαθήκη οδηγείται στην Νέα Διαθήκη, την Εκκλησία, τα άλλα Θρησκεύματα και την σύγχρονη ζωή. Οι μαθητές έχουν την δυνατότητα να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία, τον πολιτισμό και την σύγχρονη ζωή. Έτσι, αποκτούν μεθοδικά σταθερές βάσεις για να γνωρίσουν και άλλα θρησκεύματα. Μάλιστα, στην Β» Λυκείου δίδεται η δυνατότητα στους μαθητές, αφού προηγουμένως γνώρισαν την ζωή της Εκκλησίας, στην οποία ανήκουν, και τις άλλες Χριστιανικές Ομολογίες, έπειτα να μάθουν και τα ιδιαίτερα στοιχεία των άλλων Θρησκειών, ώστε να μη υποστούν σύγχυση ιδεολογική, πολιτιστική.

Η δεύτερη παρατήρησή μου είναι ότι οι συγγραφείς των βιβλίων είναι ικανοί επιστήμονες με επιστημονική έρευνα και εμπειρία στην διδασκαλία. Δεν μπορεί κανείς να τους αποδώση μομφή ότι είναι οπισθοδρομικοί ή συντηρητικοί, μάλιστα μερικοί από αυτούς χαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι θεολόγοι.

Η τρίτη παρατήρησή μου είναι ότι τα ίδια βιβλία είναι ανοικτά, σε μερικά σημεία πολύ προχωρημένα στον πλουραλισμό, και δεν μπορεί κανείς εύκολα να τους αποδώση τον χαρακτήρα του κατηχητικού ή ομολογιακού μαθήματος, αφού γίνεται λόγος για την οικουμενική κίνηση κλπ.

Θα κάνω μια μικρή αναφορά, η οποία θα δείξη ότι τα ισχύοντα βιβλία υπερβαίνουν τον κατηχητικό-ομολογιακό χαρακτήρα και θα μπορούσαν να τα παρακολουθήσουν και μαθητές που διαπνέονται από αθεϊστικές απόψεις για να πληροφορηθούν τα θρησκευτικά γνωστικά αντικείμενα, αλλά και μαθητές που ανήκουν σε άλλα Θρησκεύματα, για να πληροφορηθούν το πολιτιστικό επίπεδο της Χώρας που ζούν, στο οποίο πολιτιστικό επίπεδο κυρίαρχη θέση κατέχει η θρησκευτική-εκκλησιαστική πίστη.

Δύο βιβλία της Μέσης Εκπαίδευσης (Α’ Γυμνασίου και Β’ Λυκείου) είναι στην ουσία τους Θρησκειολογικά. Συγκεκριμένα:

Το βιβλίο της Α’ Γυμνασίου αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, που είναι ιστορία του Ιουδαϊσμού, (προϊστορία του Χριστιανισμού) και έχει στοιχεία που χρησιμοποιεί ο Ισλαμισμός. Παράλληλα γίνεται αναφορά για την Αίγυ-πτο, την Βαβυλώνα και τον Ελληνισμό. Είναι καθαρά θρησκειολογικό βιβλίο.

Το βιβλίο της Β’ Γενικού Λυκείου είναι καθαρά θρησκειολογικό. Στην αρχή γίνεται λόγος για τον Χριστιανισμό, ως προς την προσφορά του, μεταφέροντας καταπληκτικά μηνύματα, ως προς το κακό, τον απολυτρωτικό χαρακτήρα, την δικαιοσύνη, τον συνάνθρωπο ως αδελφό για την υπέρβαση των προκαταλήψεων του κόσμου, την πολιτική θεολογία, την θεολογία της απελευθέρωσης, την θεολογία της ελπίδας, την υπαρξιακή θεολογία, την φεμινιστική θεολογία, την μαύρη θεολογία αλλά έχει και κεφάλαια όπου αναπτύσσονται θέματα, όπως ο πλουραλιστικός κόσμος, η χριστιανική θεώρηση του Κράτους και της πολιτικής, ο φανατισμός και η ανεξιθρησκεία, το φαινόμενο της αθεΐας, η σχέση μεταξύ Πίστεως και Επιστήμης, η σχέση μεταξύ Χριστιανισμού και Πολιτισμού. Έπειτα, παρουσιάζονται τα κυριότερα θρησκεύματα, όπως η αρχαία Ελληνική θρησκεία, τα αφρικανικά θρησκεύματα, ο Ιουδαϊσμός, το Ισλάμ, ο Ινδουϊσμός, η Γιόγκα, ο Βουδισμός, η Κινεζική θρησκεία, η Ιαπωνική θρησκεία. Στο τέλος αντιμετωπίζεται το θέμα η θρησκεία μπροστά στο πρόβλημα του θανάτου.

Το βιβλίο της Γ’ Γενικού Λυκείου κάνει λόγο για τις προϋποθέσεις της ηθικής ζωής, ήτοι για την ηθική συνείδηση και τα θέματα της ελευθερίας για το χριστιανικό ήθος και την σύγχρονη κοινωνία, ήτοι τα κοινωνικά προβλήματα, την ειρήνη, την βούληση του ανθρώπου για διάκριση και δύναμη για την βιολογική διάσταση της ζωής του ανθρώπου, το σώμα, τα δύο φύλα, την οικογένεια για συνειδησιακά προβλήματα στην ζωή του ανθρώπου ως προς την ανθρώπινη ζωή, την βιοϊατρική, την άρνηση και υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής, το πρόβλημα των ναρκωτικών για την χριστιανική ηθική και την σύγχρονη τεχνολογία, όπου γίνεται λόγος και για το οικολογικό πρόβλημα, την πληροφορική και τα Μέσα Ενημέρωσης των πολιτών και για τις υπαρξιακές καταστάσεις, ήτοι το άγχος, την μοναξιά, την περιθωριο-ποίηση, την αλλοτρίωση, την χαρά και την λύπη, τον θάνατο.

Έπειτα, τα άλλα τρία βιβλία αναφέρονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά κάνουν λόγο και για άλλες Χριστιανικές Ομολογίες και για άλλα θρησκευτικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα:

Το βιβλίο της Β’ Γυμνασίου αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, τον Χριστό και το έργο Του. Στο βιβλίο αυτό, εκτός των άλλων, γίνεται λόγος για τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο στην εποχή του Χριστού στην γή του Ισραήλ τον Ισραηλιτικό κόσμο στα χρόνια του Χριστού και για την εμφάνιση και το έργο του Χριστού. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου μεταφέρονται στους μαθητές πανανθρώπινα μηνύματα, όπως η αγάπη ως υπέρβαση του φυλετισμού και η άνευ ορίων φιλανθρωπία του Θεού, ο πλούτος και η φτώχεια, η εξύψωση της γυναίκας και των παιδιών, η απελευθέρωση από τις ασθένειες κ.ά.

Το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου αναφέρεται σε θέματα ιστορίας της Εκκλησίας από την Πεντηκοστή μέχρι το όραμα και τις προσπάθειες για την ενότητα των Χριστιανών. Το βιβλίο είναι ανοικτό, αφού στα κεφάλαιά του αναπτύσσονται θέματα για την συνάντηση του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού, και τις αιρέσεις για τον Χριστιανισμό στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο και στους σλαβικούς λαούς για την Εκκλησία στα νεώτερα χρόνια, όπου αναπτύσσονται τα σχετικά με την Μεταρρύθμιση, την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για τον Χριστιανικό κόσμο σήμερα, όπου γίνεται λόγος για τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Προτεστάντες και την Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, και φυσικά τις προσπάθειες για την ενότητα των Χριστιανών. Η ανάπτυξη των θεμάτων αυτών δεν γίνεται με τρόπο κατηχητικό, ομολογιακό και συντηρητικό, αλλά μάλλον πολύ ελεύθερα, αφού υπάρχουν θέματα τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκαλέσουν έναν συντηρητικό θεολόγο.

Το βιβλίο της Α’ Γενικού Λυκείου αναφέρεται σε θέματα Ορθοδόξου πίστεως και λατρείας. Το βιβλίο αυτό στα δύο πρώτα κεφάλαια παρουσιάζει την λατρεία της Εκκλησίας και την ιστορία και το περιεχόμενο των Μυστηρίων. Όμως, στα επόμενα τρία κεφάλαια παρουσιάζει τους σύγχρονους λειτουργικούς προβληματισμούς, όπως για την γλώσσα και την μουσική της χριστιανικής λατρείας την θέση των λαϊκών στην σύγχρονη λατρεία, των γυναικών στην λατρεία και τον εκκλησιασμό ως ανάγκη ή συνήθεια κάνει λόγο για τα παραθρησκευτικά φαινόμενα και τις φιλοσοφικές οργανώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα, όπως την μαγεία, τον σατανισμό, τον πνευματισμό, την Μασονία για τις νέες θρησκευτικές διδασκαλίες και λατρείες, προσφέροντας χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Επομένως, όταν διάβασα τα βιβλία του τρέχοντος Προγράμματος Σπουδών διαπίστωσα ότι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ομολογιακά-κατηχητικά βιβλία, αλλά είναι βιβλία που έχουν γνωστικό και ενημερωτικό περιεχόμενο για την ιστορία του παρελθόντος και του παρόντος στην χώρα μας, και κινούνται προς τον θρησκειολογικό προσανατολισμό. Ο μαθητής, κάθε χριστιανικής, θρησκευτικής και αθεϊστικής απόψεως, που διδάσκεται αυτά τα μαθήματα από έναν καλό θεολόγο όχι μόνον δεν φανατίζεται, αλλά ενημερώνεται, προβληματίζεται και κρίνει δημιουργικά το θρησκευτικό φαινόμενο. Απορώ γιατί τα αποκαλούν κατηχητικά-ομολογιακά! Το κάνουν από άγνοια ή για παραπληροφόρηση;

Ακόμη και όταν γίνεται αναφορά στον Χριστιανισμό, ο μαθητής έρχεται σε επαφή με όλες τις τάσεις του Χριστιανισμού και με όλες τις μορφές της σύγχρονης θεολογίας, όπως την πολιτική θεολογία, την θεολογία της απελευθέρωσης, την δράση των Λατινοαμερικανών θεολόγων.

Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί κάποιος ζητά να απαλλαγή από ένα τέτοιο μάθημα για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, παρά μόνον εάν έχη προβλήματα με τον θεολόγο καθηγητή, ή αν όντως είναι άθεος.

Φυσικά, επιδέχονται και τα βιβλία αυτά βελτιώσεις, πράγμα που θα τονίσω στην πρόταση που θα καταθέσω.

δ) Το προτεινόμενο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών
Το προτεινόμενο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών φιλοδοξεί, όπως υποστηρίζεται από τους υποστηρικτές του, να υπερβή την παρουσίαση του μαθήματος των Θρησκευτικών διαζευκτικά ως μαθήματος ομολογιακού-κατηχητικού ή θρησκειολογικού και προτείνει ένα νέο τρόπο διδασκαλίας, ώστε να παρακολουθήται από όλους τους μαθητές.

Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων που εκπόνησε το νέο Πρόγραμμα Σπουδών για τα επιλεγόμενα «πιλοτικά σχολεία» σε κείμενό της με τίτλο «απόκριση στις επικρίσεις σχετικά με το νέο πρόγραμμα Σπουδών», αφού διαπιστώνει ότι «οι μοναδικές προτάσεις για να υπάρξη στην λειτουργία των Θρησκευτικών κινούνται διαζευκτικά μεταξύ του ομολογιακού-κατηχητικού και του θρησκειολογικού μαθήματος», ενημερώνει ότι το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών «δέν ακολουθεί αυτήν την υπεραπλουστευτική λογική», γι’ αυτό «κατηγορείται αυθαίρετα και αδικαιολόγητα ως «θρησκειολογικό»». «Προ-καλεί δέος η τόσο μεγάλη άγνοια». Επισημαίνεται δε ότι οι επικριτές τους χαρακτηρίζουν το νέο Πρόγραμμα Σπουδών «άλλοτε ως κοινωνιολογία της θρησκείας, άλλοτε ως κοινωνική ηθική, άλλοτε ως συγκριτιστική θρησκειο-λογία και άλλοτε ως πολιτιστικό μάθημα». Πάντως, οι ίδιοι οι συντάκτες του Νέου Προγράμματος Σπουδών αρνούνται αυτούς τους χαρακτηρισμούς.

Έτσι, όπως γράφουν, το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών «υπερβαίνει την προ πολλού παρωχημένη κλειστή ομολογιακή προσέγγιση χωρίς, όμως, να μετατρέπει το μάθημα σε θρησκειολογικό». Το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών «χαρακτηρίζεται από ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο που αφορά στην οικεία θρησκευτική παράδοση και το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον για ένα άνοιγμα στην ετερότητα σε θεμιτό βαθμό καί, κυρίως, με βάση τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, τις ουσιαστικές μορφωτικές ανάγκες και τα συνεχώς ανανεούμενα ερωτήματα των σημερινών παιδιών και εφήβων σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο».

Για να φανή ποιά είναι η άποψη των μελών της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, θα παρατεθή ένα σημείο του κειμένου της που δείχνει πώς λειτουργεί το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών.

«Το ΠΣ δεν είναι διδακτέα ύλη, δεν είναι κατάλογος μαθημάτων, δεν είναι διδακτικό εγχειρίδιο, δεν είναι βιβλίο του μαθητή. Το ΠΣ μπορεί να οδηγήσει στον σχεδιασμό πολλαπλά διαφοροποιημένης διδασκαλίας, ανάλογα με την τάξη και τον μαθητικό πληθυσμό που απευθύνεται ο εκπαιδευτικός. Στόν Οδηγό του Εκπαιδευτικού έχουν καταχωριστεί ολοκληρωμένα διδακτικά σενάρια και άφθονες διδακτικές προτάσεις που τεκμηριώνουν αυτή την θέση, αλλά και δείχνουν καθαρά ότι η κατηγορία για την απεμπόληση της πίστης είναι παντελώς έωλη».
Παρατηρώ όμως ότι ενώ προσπαθεί να αποφύγη την διάζευξη μεταξύ ομολογιακού-κατηχητικού και θρησκειολογικού, εν τούτοις περισσότερο μου ομοιάζει από πλευράς επιστημονικής μεθοδολογίας ότι έχει χαρακτήρα συγκριτικής θρησκειολογίας, που δημιουργεί μια ιδεολογική σύγχυση κυρίως στους μαθητές αυτών των ηλικιών. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά αυτή είναι η εντύπωση που απεκόμισα.

Διάβασα εκατοντάδες σελίδες που γράφηκαν από τους υποστηρικτές του Νέου Προγράμματος Σπουδών. Για να είμαι ακριβής θα έλεγα ότι η θεωρητική τους τοποθέτηση, αν και αντιβαίνει στις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων, είναι πειστική και διακρίνεται από ρεαλισμό. Αλλά όταν προχώρησα να δώ πώς εφαρμόζονται όλα αυτά στην πράξη, τότε προβλημα-τίστηκα, τόσο από τον δραματοποιημένο τρόπο που παρουσιάζονται με διαθρησκειακή προοπτική όσο και με την ενδεικτική βιβλιογραφία που προτείνεται στους καθηγητές θεολόγους, η οποία, εν πολλοίς, αφορά μια συγκεκριμένη τάση θεολόγων.

Φυσικά δεν παραγνωρίζω τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα του Νέου Προγράμματος Σπουδών, ως προς την προσαρμοστικότητα, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε τάξεως, αλλά συγχρόνως αυτό μπορεί να προσκρούση στην αδυναμία του καθηγητή να προστρέξη στις πηγές, καθώς επίσης να δώση στον καθηγητή δυνατότητα να ξεφύγη από την κατεύθυνση της παιδείας, χωρίς να έχη κάποιο έλεγχο, αφού του δίνει αυτήν την ελευθερία το ίδιο το πρόγραμμα.

Πρέπει να υπογραμμισθή ότι η βασική αρχή που εμπνέει το προτεινόμενο Νέο Πρόγραμμα είναι ο λεγόμενος «θρησκευτικός γραμματισμός». Σημειώνεται ότι «στήν νέα θεώρηση του Μ.τ.Θ. προβάλλεται με έμφαση το αίτημα του θρησκευτικού γραμματισμού ως μία καίρια διάσταση της θρησκευτικής αγωγής, η οποία συμβάλλει στην διαμόρφωση πολιτών με θρησκευτική αυτοσυνειδησία και δεκτικότητα στον διάλογο με το διαφορετικό».

Τί σημαίνει όμως ο όρος «Θρησκευτικός γραμματισμός»; Ο όρος «γραμματισμός», όπως σημειώνεται στην Φιλοσοφία του Νέου Προγράμ-ματος Σπουδών των Θρησκευτικών, είναι απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού όρου «literacy», που μεταφράζεται «ως εγγραμματισμός ή/καί εγγραμμα-τοσύνη». Μέ την χρήση αυτή του όρου σκιαγραφείται «η δεξιότητα του μαθητή να επικοινωνεί με ποικίλα περιβάλλοντα, όχι αποκλειστικά με λεκτικά μηνύματα, αλλά και με μη γλωσικά κείμενα».

«Συνεπώς, ο θρησκευτικός γραμματισμός είναι κάτι περισσότερο από το να γνωρίζει κάποιος για την θρησκεία του άλλου, αν και αυτό θεωρείται σημαντικό βήμα. Το σπουδαίο είναι να μάθει να σέβεται τη θρησκεία των άλλων και να αντιλαμβάνεται τη συνεισφορά τους στην κοινωνική ζωή».

Έτσι, το προτεινόμενο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών για το Λύκειο «ακολουθεί τη φιλοσοφία και τις αρχές του γραμματισμού έτσι όπως αποτυπώθηκαν στο Π.Σ. (Πρόγραμμα Σπουδών) Θρησκευτικών που δημοσιεύτηκε το 2011 και εφαρμόσθηκε «πιλοτικά» σε εξήντα οκτώ (68) Γυμνάσια στην Επικράτεια» για μια τριετία (2011-2014).

Θα κάνω μια μικρή παρουσίαση των βιβλίων του Γυμνασίου, τα οποία διδάχθηκαν στους μαθητές.

Στην Α’ Γυμνασίου υπάρχουν έξη θεματικές ενότητες. Στις πρώτες τέσσερεις γίνεται αναφορά στην δυναμική της Εκκλησίας στον κόσμο και πώς ζουν οι Χριστιανοί, και στις επόμενες δύο ενότητες γίνεται λόγος για τις μονοθεϊστικές θρησκείες, ήτοι τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ και για τις θρησκευτικές αναζητήσεις της μακρινής Ανατολής. Έτσι, στο βιβλίο αυτό χωρίζεται το εκκλησιαστικό από τις άλλες θρησκείες, αλλά το σημαντικό είναι ότι ο μαθητής της Α’ τάξεως Γυμνασίου έρχεται σε επαφή με τα Θρησκεύματα και τα πρόσωπά τους, τα κείμενα και τις αξίες, χωρίς να γνωρίση επαρκώς τον Χριστιανισμό, χωρίς να έχη βάσεις της δικής του παραδόσεως.

Στην Β’ Γυμνασίου διαφοροποιείται η μεθοδολογία των μαθημάτων. Ένα παράδειγμα. Η πρώτη θεματική ενότητα απαντά στο ερώτημα: «Μπορούν οι άνθρωποι να εικονίζουν τον Θεό»; Στις τρεις υποενότητες παρουσιάζεται η δύναμη της εικόνας, η απεικόνιση του Θεού στον Χριστιανισμό και η απεικόνιση του Θεού σε άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, ήτοι τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ, τις Ανατολικές Θρησκείες και στον Ινδουϊσμό. Αυτό συνεχίζεται και στις επόμενες θεματικές ενότητες. Η τελευταία θεματική ενότητα, αναφέρεται «στήν Ορθοδοξία και τον Νέον Ελληνισμό».

Στην Γ’ Γυμνασίου συνεχίζεται η ίδια μεθοδολογία. Για παράδειγμα: Στην πρώτη ενότητα με θέμα «ο Χριστιανισμός στον σύγχρονο κόσμο», σε τέσσερεις υποενότητες, γίνεται αναφορά στις Χριστιανικές Εκκλησίες (Ορθόδοξη, Ρωμαιοκαθολική, Προτεσταντικές Ομολογίες, Αγγλικανική Εκκλησία) στην λατρεία και την τέχνη στην Ανατολή και την Δύση στην Ιεραποστολή και Διακονία και στο αίτημα της ενότητας (Αρχιερατική προσευχή του Χριστού, άρση αναθεμάτων, κοινή Διακήρυξη Ρωμαιοκα-θολικών-Ορθοδόξων, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, Θεολογικοί διάλογοι).

Στην δεύτερη ενότητα με θέμα «τό ζήτημα της Θρησκείας στην σύγχρονη Ευρώπη», υπάρχουν έξη υποενότητες, ήτοι: Η θρησκεία στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες της Ευρώπης η Ευρώπη σήμερα: Τάσεις και στάσεις απέναντι στην Θρησκεία (η θρησκευτική πίστη ως ιδιωτική υπόθεση, αθεϊσμός και αντιχριστιανισμός, σχετικοποίηση, εσωτερισμός, φαινόμενα αρχαιολατρείας, αντισημητισμός και ισλαμοφοβία, θρησκευτικός φοντα-μεταλισμός) ο σεβασμός του άλλου στον Χριστιανισμό ο σεβασμός του άλλου στις θρησκείες του κόσμου (Ισλάμ, Ινδουϊσμός, Βουδισμός ανοχή απέναντι στις ποικίλες θρησκευτικές εκφράσεις) προσπάθειες των θρησκειών για διάλογο και συνύπαρξη οι θρησκείες στην εκπαίδευση των Ευρωπαίων μαθητών.

Στις πέντε επόμενες ενότητες γίνεται λόγος για τις «σύγχρονες θρησκευτικές μορφές στην Ορθοδοξία και τον κόσμο»∙ «πού είναι ο Θεός;»∙ «η οδύνη του σύγχρονου κόσμου και το αίτημα της σωτηρίας από το κακό»∙ «η ελπίδα και αγωνία για την μεταμόρφωση της ζωής και του κόσμου»∙ «από την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου»∙ «διευρύνοντας τις εμπειρίες μας – χτίζοντας τον κόσμο μας».

Η θεματολογία αυτή, νομίζω, παρά τα ενδιαφέροντα θέματα, είναι πολύ φορτική για την ηλικία των μαθητών, αλλά και δύσκολη για τον διδάσκοντα Καθηγητή, και τελικά το περιεχόμενό τους και η μεθοδολογία τους έχουν χαρακτήρα συγκριτικής θρησκειολογίας.

Για παράδειγμα, στην ενότητα για τις «σύγχρονες θρησκευτικές μορφές στην Ορθοδοξία και τον κόσμο», γίνεται λόγος: Από την Ορθοδοξία, για τον άγιο Πορφύριο, τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, τον Νίκο Νησιώτη, τον νεομάρτυρα Αλέξανδρο Σμάρελ, τον Ολιβιέ Κλεμάν. Από τις σύγχρονες χριστιανικές παρουσίες γίνεται λόγος για την Μητέρα Τερέζα, τον Μπονχέφερ, τον Μάρτιν Λούθερ Κίγνκ και τον Τούτου. Από τις άλλες θρησκευτικές εκφράσεις γίνεται λόγος για τον Γκάντι.

Το προτεινόμενο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών για το Λύκειο δεν διδάχθηκε, δηλαδή δεν εφαρμόσθηκε στα Λύκεια. Όμως, σχεδιάσθηκε βάσει της βασικής θεωρίας μαθήσεως που καλείται «εποικοδομισμός» σύμφωνα με την οποία «μάθηση δεν είναι η απόκτηση γνώσεων με τη μεσολάβηση των γνωστικών δομών και διαδικασιών του ατόμου, αλλά μια διαδικασία δόμησης και αναδόμησης». Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής δεν προσλαμβάνει την γνώση έτοιμη από τον διδάσκοντα, αλλά καλείται να την «οικοδομήση» μόνος του.

Δύο είναι οι προτεινόμενες μέθοδοι για την πρόσκτηση της γνώσης. Η πρώτη είναι η Βιωματική μέθοδος η οποία ακολουθεί τα στάδια-βήματα που σχεδιάζονται ως εξής: βιώνοντας, νοηματοδοτώντας, αναλύοντας, εφαρμό-ζοντας. Η δεύτερη είναι η Διερευνητική μέθοδος με τα εξής στάδια: περιγράφοντας, εφαρμόζοντας, διερευνώντας, αναπλαισιώνοντας, αξιολογώντας.
Τελικά, οι μαθητές καλούνται να ενθυμηθούν, να παίξουν να δραμματο-ποιήσουν την πληροφόρηση ανάλογα με μια από τις δύο προτεινόμενες μεθόδους που αναφέρθηκαν προηγουμένως, χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους, όπως «καταιγισμός ιδεών», «Σκέψου, Συζήτησε, Μοιράσου», «καθοδηγούμενος διάλογος», «ανακριτική καρέκλα» κλπ.

Δεν θα αναφέρω παραδείγματα για το πώς εφαρμόζονται στην πράξη όλα αυτά, αλλά εκείνο που θέλω να υπογραμμίσω είναι ότι ως προς το ευαίσθητο θέμα της θρησκείας και πολύ περισσότερο της Ορθοδόξου θεολογίας, δεν πρέπει να υπάρχη αποκλειστική προσήλωση στο «πώς» θα διδαχθή το μάθημα, αλλά και στο «τί» θα διδαχθή. Η σύγχρονη παιδαγωγική προσφέρει το «πώς» θα παρουσιασθή ένα μάθημα, αλλά αυτό που έχει καίρια σημασία είναι και το «τί», δηλαδή το ίδιο το θέμα. Αυτό είναι μεγάλο θέμα και εδώ απλώς το έθιξα.

Δεν είμαι διδάσκων καθηγητής για να γνωρίζω από προσωπική πείρα τα θέματα αυτά, το πώς εφαρμόζονται στο Σχολείο, γι’ αυτό και ερώτησα σχετικώς έναν επιστήμονα θεολόγο, ο οποίος διδάσκει στην Μέση Εκπαίδευση, το Σχολείο του χαρακτηρίσθηκε ως πιλοτικό και προέβη σε διδακτικές εφαρμογές με βάση το νέο Πρόγραμμα Σπουδών του Γυμνασίου, ύστερα από σχετική επιμόρφωση καί, επομένως, έχει σαφή γνώση του αντικειμένου αυτού. Σάς μεταφέρω τις γραπτές εντυπώσεις του.

«Η θεματική αντιμετώπιση του φαινομένου της θρησκείας, η οποία προτείνεται, με την ταυτόχρονη σύγκριση ιδεολογιών, ομολογιών, θρησκειών δημιουργεί σοβαρά προβλήματα τόσο κατανόησης στα παιδιά όσο και επιστημονικής μεθοδολογίας.

Συγκεκριμένα, η θεματική-κοινωνιολογική ανάλυση που προτείνεται καταργεί την ιστορική διάρθρωση της ύλης με άμεσο αποτέλεσμα την αποσπασματικότητα της θεματικής πραγμάτευσης.

Έπειτα, οι ώρες που προτείνονται για να καλύψουν κάθε θέμα είναι λιγοστές σε άμεση αναφορά με την προηγούμενη άγνοια των ιστορικών θεμελίων του υπό εξέταση θρησκευτικού ζητήματος και με δεδομένο ότι ζητούμενο είναι η κριτική αποτίμηση πολλαπλών θρησκειών, ιδεολογιών και ομολογιακών διαφορών. Ενδεικτικά στην Α’ Γυμνασίου παιδιά σε πολύ μικρή ηλικία καλούνται σε 3 δίωρα να κατανοήσουν και να συγκρίνουν (!) Βουδισμό, Ταοϊσμό, Ινδουισμό και Κομφουκιανισμό. Μάλιστα να αναγνωρίζουν σύμβολα, μνημεία, ιερά κείμενα, ιερά πρόσωπα, να εντοπίζουν τις επιδράσεις των θρησκειών στην τέχνη και τον πολιτισμό. Και αυτά σε 5-6 ώρες παιδιά 13 ετών, ενώ στο Πανεπιστήμιο κάθε ένα από αυτά διδάσκεται σε διαφορετικό μάθημα ενίοτε και εξάμηνο.

Αυτονόητη συνέπεια εκτός από την αποσπασματικότητα είναι και η ισχυρή συσκότιση κάθε κατανόησης από τους μαθητές, αφού τους ζητούνται πολλαπλά πράγματα χωρίς να έχουν τα ιστορικά θεμέλια να τα κατανοήσουν. Μπορεί η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων να επιμένη στο ότι το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι πρόγραμμα διαδικασίας, το οποίο προσαρμόζεται στο επίπεδο κάθε τάξης, ωστόσο οι τιθέμενοι εκπαιδευτικοί σκοποί και στόχοι αφορούν κριτικές αποτιμήσεις φαινομένων, θρησκειών, ιδεολογιών και ακριβή γνώση επιμέρους θεμάτων. Άρα ο διδάσκων δεν μπορεί να μήν υπηρετήση τους παραπάνω στόχους, οι οποίοι για τους παραπάνω λόγους παραμένουν αναπόφευκτα ανολοκλήρωτοι.

Η μόνη εξ αυτών αναπόφευκτη συνέπεια είναι μια προσέγγιση φαινομενολογική και αβαθής, η οποία περισσότερο παραπέμπει σε τουριστική ξενάγηση παρά σε μια βαθιά κατανόηση και γνώση. Διότι όταν π.χ. στην Α’ Γυμνασίου σε 5-6 διδακτικές ώρες ζητούμενο είναι πέντε (5) αιώνες Χριστιανισμού με θέματα όπως αρχαία Εκκλησία και εκκλησιολογικές δομές, διωγμοί, μοναχισμός, χριστιανική ανθρωπολογία και Πατέρες της Εκκλησίας, χωρίς καμμιά απολύτως βάση στα θέματα Καινής και Παλαιάς Διαθήκης, τότε το μόνο που μπορεί να προλάβη κανείς να πραγματευτή είναι κάποιες ελάχιστες επιφανειακές διαπιστώσεις. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και σε περιπτώσεις όπως η Β’ και Γ’ Γυμνασίου, όπου ζητείται π.χ. από μαθητές μια κριτική αποτίμηση ενός φαινομένου στις θρησκείες, ενώ δεν έχει προηγηθεί καμιά συστηματική και ιστορική πραγμάτευσή τους. Ήδη οι μαθητές στην Β’ Λυκείου με το τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών εκφράζουν την έντονη δυσφορία τους από την δυσκαταληψία της θρησκειολογίας. Ας φανταστή κανείς τί θα γίνη, αν χωρίς προϋποθέσεις και αποσπασματικά εισαχθούν κομμάτια θρησκειολογικά στις υπόλοιπες τάξεις.

Το πρόβλημα δεν είναι η εισαγωγή της πολυθρησκευτικότητας και της πολυπολιτισμικότητας στο πρόγραμμα εν είδει ενός θρησκευτικού εγγραμ-ματισμού. Το πρόβλημα είναι ότι συσσωρεύονται όλα μαζί ανοργάνωτα και άτακτα, χωρίς καμιά άλλη λογική εκτός από την υποτιθέμενη θεματική αντιμετώπιση θρησκευτικών φαινομένων που αρμόζει στην ηλικία και τα ενδιαφέροντα των παιδιών. Μιά ιστορική θρησκειολογία θα ήταν ωφελιμότερη, εν προκειμένω θα ήταν ασύγκριτα προτιμότερη, διότι δεν θα σύγκρινε τα πάντα με τα πάντα, αλλά αντ’ αυτού θα προσέγγιζε μεθοδικά κάθε θρησκεία.

Εφ’ όσον είναι αίτημα των καιρών η εισαγωγή της πολυθρησκευτικότητας και της πολυπολιτισμικότητας, κανείς δεν αρνείται την υλοποίηση του αιτήματος. Ωστόσο, με παιδαγωγικά εύληπτο τρόπο και λογική και ιστορική συγκρότηση των γεγονότων.

Η έμφαση στον νέο τύπο προγράμματος ως προγράμματος διαδικασίας κατά το οποίο ο κάθε διδάσκων υλοποιεί μόνος του την διδασκαλία χωρίς παρουσία εγχειριδίου, καταργεί μια μεθοδική και επιστημονική έκθεση της ύλης από ειδικούς επιστήμονες και αφήνει στον αυτοσχεδιασμό και το φιλότιμο του διδάσκοντος την κατάρτιση των θρησκευτικών γνώσεων. Μέ αποτέλεσμα οι διδάσκοντες ως μη ειδικοί σε επιμέρους ζητήματα να ανατρέχουν στο διαδίκτυο, όπου μπορεί να συναντήση κανείς κάθε είδους ανακρίβεια και παραπληροφόρηση περί των θεμάτων. Συνεπώς, το εγχειρίδιο είναι απαραίτητο ως υποκείμενο στον επιστημονικό έλεγχο, και από εκεί και πέρα ο διδάσκων είναι ελεύθερος να το εμπλουτίση ή να το προσαρμόση αναλόγως του επιπέδου της τάξης του.

Αντίθετα, δεν αναιρείται κανένα παιδαγωγικό πλεονέκτημα του Νέου Προγράμματος Σπουδών με μια ιστορική και κειμενική διάρθρωση της ύλης, όπως αυτή υπάρχει στο ισχύον Πρόγραμμα. Μέ έναν μεθοδικό τρόπο μπορούν να εξετασθούν βήμα προς βήμα όλα τα θρησκευτικά φαινόμενα, χρησιμοποι-ώντας κάθε τεχνική που προσφέρει το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών. Εξάλλου βασική θέση του Προγράμματος είναι ότι τα πάντα μπορούν να διδαχθούν σε όλους με προσαρμογή στο επίπεδο των μαθητών και σπειροειδώς επαναλαμ-βανόμενα. Συνεπώς, η κριτική του παρόντος Προγράμματος ότι υποφέρει από ακαδημαϊσμό κατά την διάρθρωση της ύλης δεν ευσταθεί».

Νομίζω ότι οι παρατηρήσεις αυτές είναι καίριες και σημαντικές.

3. Πρόταση για την επίλυση του θέματος
Μετά τα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, θέλω να προχωρήσω στην πρότασή μου για την επίλυση του θέματος.

Εισαγωγικά θέλω να τονίσω ότι ο Σταύρος Γιαγκάζογλου σ’ε άρθρο του με τίτλο «Το μάθημα των Θρησκευτικών και το ζήτημα της απαλλαγής» μεταξύ άλλων γράφει:

«Το υφιστάμενο μάθημα των θρησκευτικών, όπως και οι γενικότεροι προσανατολισμοί και οι επιλογές της δημόσιας εκπαίδευσης, πέρασε από διάφορες φάσεις, με αποτέλεσμα να μήν είναι πλέον μονοφωνικό ή κατηχητικό ή αυστηρά ομολογιακό. Σήμερα τείνει σταθερά να είναι ένα μάθημα ανοικτό, πλουραλιστικό και ανεκτικό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες αλλά και τις άλλες θρησκείες με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα.

Ως εκ τούτου, το υφιστάμενο μάθημα των Θρησκευτικών συνιστά γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και η ορθόδοξη παράδοση, ενώ παράλληλα διδάσκεται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις των λαών. Ακόμη, στο πλαίσιο του μαθήματος, τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία. Μέ άλλα λόγια, το σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών βοηθά στην κατανόηση της παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας με σεβασμό προς κάθε ετερότητα».

Φυσικά, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, πρέπει να υπάρξουν «προοπτικές περαιτέρω αλλαγής του θεσμικού πλαισίου του μαθήματος των θρησκευτικών».

Επίσης, η Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων σε πρόσφατη αναφορά της προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας (7-10-2015) μεταξύ άλλων γράφει:

«Η ΠΕΘ δεν είναι αντίθετη με τη διδασκαλία των θρησκειών στο ελληνικό σχολείο σε ηλικιακό και πνευματικό στάδιο, που μπορεί αυτές να γίνουν κατανοητές από τους μαθητές, χωρίς τον κίνδυνο της σύγχυσης. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στην βιωματική διδασκαλία της χριστιανικής πίστης από την μία και στην πληροφόρηση των μαθητών, γενικά, για το θρησκευτικό φαινόμενο και την ιστορία των θρησκειών από την άλλη. Απαραίτητη και απαραβίαστη προϋπόθεση, επίσης, για την διδασκαλία των θρησκειών θεωρούμε ότι είναι η μεθοδική εξέταση και έρευνα κάθε θρησκείας ξεχωριστά και όχι όλων μαζί στην κάθε ώρα διδασκαλίας, με την μορφή του θρησκευτικού συγκρη-τισμού…».

Επομένως, απ’ όλες τις κατευθύνσεις τονίζεται ότι σε κάποια σημεία πρέπει να γίνουν αλλαγές και βελτιώσεις του μαθήματος των Θρησκευτικών, όπως διδάσκεται σήμερα. Μέσα σε αυτήν την προοπτική κινείται η πρότασή μου.

Νομίζω ότι η επίλυση του θέματος πρέπει να έχη ως βάση το τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών, το οποίο θα το βελτιώση περισσότερο ενισχύοντας τα θρησκειολογικά στοιχεία που έχει και μπορεί ν’α γίνη κατά κάποιον τρόπο σύνδεση των δύο διϊσταμένων προτάσεων με την προϋπόθεση ότι δεν θα αντιβαίνη στις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Η βάση της προτάσεως είναι ότι σε κάθε βιβλίο κάθε τάξεως του ισχύοντος Προγράμματος Σπουδών, από τις περίπου 30 ενότητες οι έξι από αυτές ήτοι ποσοστό 20% να αφιερώνωνται στα άλλα Θρησκεύματα και τις άλλες Ομολογίες σε σχέση με την θεματολογία τους. Αυτό, όμως, θα γίνεται προς το τέλος του βιβλίου, αφού προηγουμένως οι μαθητές, των οποίων η πλειοψηφία ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, θα αποκτούν βάσεις και μετά θα έχουν την δυνατότητα να επεκτείνωνται σε άλλους θρησκευτικούς χώρους. Ακόμη, αυτό θα βοηθήση και τους μαθητές άλλων Θρησκευμάτων να αποκτούν γνώση του πολιτισμού της χώρας στην οποία διαβιούν, αφού μάλιστα αυτή η χώρα δεν τους περιφρονεί, διότι διδάσκονται και τα δικά τους θρησκεύματα στο μάθημα των Θρησκευτικών.

Μελετώντας όλα αυτά και συζητώντας με καθηγητή θεολόγο που «παλεύει» μέσα στην τάξη να κάνη καλά το έργο του με υπευθυνότητα, για το πώς μπορεί να γίνη μια τέτοια επεξεργασία και διάρθρωση στο τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών, διαμορφώσαμε την εξής πρόταση, με β’άση τα βιβλία που διδάσκονται σήμερα:

Α’ Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη (Γριζοπούλου-Καζλάρη)
Στο βιβλίο κεντρικός άξονας είναι οι κειμενικές παραθέσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Θα βελτιωνόταν αν παρέθετε εκτενέστερα τα κείμενα, αντί να τα αφηγούνται οι συγγραφείς του βιβλίου. Θα μπορούσε στις τελευταίες ενότητες και οπωσδήποτε αυτόνομα και ξεχωριστά να τεθούν δυό παράλληλες θρησκειολογικές θεωρήσεις α) του Ιουδαϊσμού και β) του Ισλάμ σε αναφορά με την Παλαιά Διαθήκη, ούτως ώστε να μήν δημιουργήται σύγχυση στο μυαλό των παιδιών από τις υποτιθέμενες θρησκειολογικές συγκρίσεις. Ο σκοπός της παράθεσης του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ αφορά την πρόσληψη της Παλαιάς Διαθήκης και την διαμόρφωση της θεολογίας των εν λόγω θρησκειών μέσα από αυτήν την πρόσληψη.

Το βιβλίο αυτή την στιγμή έχει 30 ενότητες. Οι έξι (τό 20 %) από αυτές μπορούν να αφιερωθούν στα άλλα δυό θρησκεύματα. Ούτως ή άλλως η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι αποκλειστικό κτήμα του Χριστιανισμού για να κατηγορηθούν οι Θεολόγοι ότι διδάσκουν μονομερώς τα του Χριστιανισμού.

Β’ Γυμνασίου: Καινή Διαθήκη (Τσανανάς-Μπάρλος)
Ίσως είναι το καλύτερο βιβλίο και των έξι τάξεων, κατά τις απόψεις των διδασκόντων. Το κύριο πλεονέκτημά του είναι η παράθεση αυτουσίου του κειμένου της Καινής Διαθήκης. Στο σύνολο 35 ενοτήτων θα μπορούσαν να παρατεθούν ίσως τα νευραλγικά σημεία ορθοδοξίας, ρωμαιοκαθολικισμού και προτεσταντισμού. Αυτό καλύτερα να γίνη πάλι στο τέλος του βιβλίου για να μήν επικρατήση η σύγχυση. Πρώτα άς μπούν οι μαθητές στις πηγές και κατόπιν στην ερμηνεία τους.

Γ’ Γυμνασίου: Εκκλησιαστική Ιστορία (Καραχάλιας-Μπράτη-Φίλιας-Πασσάκος)
Μάλλον είναι το δυσκολότερο βιβλίο όλων των τάξεων εξαιτίας του έντονου δοκιμιακού του ύφους. Τα παιδιά έχουν άγνωστες λέξεις σε κάθε πρόταση. Η δε δοκιμιακή σύνταξη το καθιστά στα παιδιά κάπως ακατάληπτο.

Προτείνεται, χωρίς να αλλάξη η θεματική του, να παρατεθούν πολύ περισσότερες πηγές στην νεοελληνική, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι ασύγκριτα πιο βιωματικές και εύληπτες. Παραδείγματα: Εκτενή παραθέματα από τις Πράξεις Αποστόλων για την πρώτη Εκκλησία και την ιεραποστολή, συναξάρια μαρτύρων, διατάγματα αυτοκρατόρων, θεολογικά κείμενα Πατέρων, όροι των Συνόδων, κείμενα των φράγκων και δυτικών (Ανσέλμου, Λούθηρου, Αυγουστίνου, Ακινάτη).

Μέ βάση αυτά μπορεί να γίνη μια εκτενής αποτίμηση στο τέλος του βιβλίου για τα πολιτιστικά θεμέλια της χριστιανικής Ευρώπης, όπως και για τις αφορμές που έδωσαν αυτά τα κείμενα στην πολεμική του Διαφωτισμού απέναντι στην Εκκλησία σε Ευρώπη και Ελλάδα. Εδώ μπορεί να αναπτυχθή η πολιτιστική τροπή της Ευρώπης τους τελευταίους 2-3 αιώνες με την ανάπτυξη της επιστήμης και συχνά αντιθετικά με την θρησκεία.

Α’ Λυκείου: Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία (Γκότσης – Μεταλληνός – Φίλιας)
Το βιβλίο είναι αρκετά εξειδικευμένο για τους καιρούς μας. Το βιβλίο θεωρεί δεδομένο ότι απευθύνεται σε Χριστιανούς κατηχούμενους και αυτό πλέον μοιάζει για μειονέκτημα. Χρησιμοποιεί πολύ εκφράσεις τύπου «Ο Χριστός μας», «Η θρησκεία μας», ενώ πλέον οι εκκλησιαζόμενοι μαθητές είναι μειοψηφίες, με τον αριθμό των αλλοδαπών να φθάνη στο 40% κάποιες φορές.
Ίσως θα πρέπει με βάση την δογματική διδασκαλία να καταρτισθή η δομή των Μυστηρίων, και με βάση την δογματική των άλλων Ομολογιών να παρατεθούν οι όποιες λατρείες αυτών. Τέλος μπορεί να γίνη μια θρησκειολογική παράθεση δογμάτων και λατρείας στις τελευταίες ενότητες.

Β’ Λυκείου: Χριστιανισμός και Θρησκεύματα (Μόσχος-Δρίτσας-Παπαλεξαν-δρόπουλος )
Το βιβλίο αυτό θεωρείται πολύ δύσκολο από τους μαθητές, ωστόσο παραμένει πολύτιμο και βαθύ στην πραγμάτευση των θεμάτων. Θα μπορούσε να ενισχυθή κειμενικά.

Πρέπει να σημειωθή ότι θα μπορούσε η ύλη της Β’ Λυκείου να διδαχθή στην Α’ Λυκείου και της Α’ Λυκείου να περάση στην Β’ Τάξη. Αυτό έχει το μειονέκτημα του μικρότερου της ηλικίας ΚΑΤΑ ΕΝΑ ΕΤΟΣ, αλλά το τεράστιο πλεονέκτημα ότι όλα τα παιδιά στην Α’ Λυκείου δίνουν βάρος σε όλα τα μαθήματα και δεν έχει ξεκινήσει η προετοιμασία των πανελληνίων, όπως γίνεται κατά την Β’ Λυκείου, όπου κάθε μη πανελλαδικώς εξεταζόμενο περνάει στο περιθώριο. Έτσι εύκολα θα γίνη και η μετάβαση από το δόγμα στις μορφές Λατρείας.

Γ’ Λυκείου: Χριστιανική Ηθική (Μπέγζος – Παπαθανασίου)
Το βιβλίο υποφέρει από τον εκτενή δοκιμιακό λόγο. Τα θρησκευτικά στην Γ’ Λυκείου είναι μόνο μια ώρα και δεδομένου ότι οι μαθητές στο σπίτι δεν διαβάζουν ποτέ λόγω πανελληνίων, όλη η εργασία αναγκαστικά γίνεται στο Σχολείο. Κρίνεται σκόπιμο να πολλαπλασιαστούν οι πηγές της Ηθικής και οι μαθητές με τον καθηγητή να τις χειριστούν κατά το δοκούν, αντί να παρατίθεται ένα εκτενές δοκίμιο έτοιμων απαντήσεων.

Ύστερα από όλα αυτά νομίζω ότι μελετώντας οι μαθητές της Α’ Γυμνασίου την Παλαιά Διαθήκη, θα έχουν την δυνατότητα να δουν πώς ερμηνεύεται από τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό και τον Ισλαμισμό∙ οι μαθητές της Β’ Γυμνασίου θα δουν πώς η Καινή Διαθήκη ερμηνεύεται από την Ορθοδοξία και τις άλλες Ομολογίες∙ οι μαθητές της Γ’ Γυμνασίου θα διαπιστώσουν πώς η εκκλησιαστική ιστορία αναπτύχθηκε εν μέσω ποικίλων ιδεολογιών και θρησκευτικών ρευμάτων∙ οι μαθητές της Α’ Λυκείου θα καταλάβουν πώς λατρεύεται ο Θεός σε όλες τις θρησκείες, κατ’ εξοχήν όμως στην Ορθόδοξη Εκκλησία∙ και οι μαθητές της Β’ και Γ’ Λυκείου θα έχουν την ευκαιρία να εξετάσουν πώς οι άνθρωποι όλων των Θρησκειών και Ομολογιών μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής.

Για την πρόταση αυτή κανένα από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το κάθε ένα από τα δύο Προγράμματα δεν αναιρείται, διότι: Πρώτον, δημιουργείται μια ιστορική και χρονολογικά εκτενής αναλυτική συγκρότηση των θρησκευτικών φαινομένων. Δεύτερον, αξιοποιείται κάθε δυνατή παιδαγωγική μέθοδος της σύγχρονης επιστήμης. Καί, τρίτον, ο διδάσκων έχοντας μια μεθοδική – αναλυτική, ιστορικοφιλολογική βάση μπορεί να προσαρμόση το μάθημα στο επίπεδο της τάξης του και να χρησιμοποιήση ό,τι μέσα διδασκαλίας θεωρεί καταλληλότερα.

Ένα τέτοιο μάθημα θα μπορούσαν να παρακολουθούν όλοι οι μαθητές, εκτός από τους άθρησκους και άθεους, οι οποίοι θα ήθελαν να απαλλαγούν, και αυτό τους το επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία.

Ο Νομικός Σύμβουλος της Ιεράς Συνόδου κ. Θεόδωρος Παπαγεωργίου σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του με τίτλο «Νόμιμοι λόγοι εξαίρεσης από την παρακολούθηση του μαθήματος των Θρησκευτικών», το οποίο πρόκειται προσεχώς να δημοσιευθή, κάνει ανάλυση του ισχύοντος Συντάγματος και της νομοθεσίας ως προς το μάθημα των Θρησκευτικών ως κριτηρίου απαλλαγής, παρουσιάζει δε τα σύγχρονα πορίσματα από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως προς τον νόμιμο λόγο εξαίρεσης και υποστηρίζει ότι τελικά μπορούν να απαλλαγούν από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, οι οποίοι ορίζονται, όπως έχει αποφανθή σχετικώς το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, που είδαμε πιο πάνω.
Άλλη πρόταση-λύση, προς το παρόν, δεν μπορεί να υπάρξη για την επίλυση του θέματος αυτού.

Άν μερικοί επιμείνουν στο να εισαχθή ένα διαθρησκειακό συγκριτικής θρησκειολογίας μάθημα Θρησκευτικών, τότε θα συμβούν τρία γεγονότα.

Πρώτον, θα κινούνται έξω από το Σύνταγμα της Ελληνικής Πολιτείας, τις ερμηνευτικές αποφάσεις των Ελληνικών Δικαστηρίων, αλλά και της Ευρωπαϊκής πρακτικής.

Δεύτερον, οι άθεοι και οι άθρησκοι και πάλι θα ζητήσουν απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών, για τους δικούς τους λόγους και επειδή θα διδάσκεται από έναν ορθόδοξο θεολόγο.

Τρίτον, οι ετερόδοξοι και ετερόθρησκοι θα ζητήσουν απαλλαγή από ένα τέτοιο μάθημα, το οποίο θα έχη συγκρητιστικό περιεχόμενο και μάλιστα θα διδάσκεται και από έναν Ορθόδοξο θεολόγο, καί

Τέταρτον, θα ζητήσουν επί πλέον και οι Ορθόδοξοι γονείς των μαθητών να απαλλάσσωνται τα παιδιά τους από ένα τέτοιο διαθρησκειακό μάθημα, για λόγους «θρησκευτικής συνειδήσεως», ώστε να μη αμβλυνθή το ορθόδοξο κριτήριο στα παιδιά τους.

Επομένως, ούτως ή άλλως, μια τέτοια ενέργεια θα συντελέση ώστε το μάθημα των Θρησκευτικών να καταργηθή από τα Σχολεία εν τοίς πράγμασιν. Αυτό είναι φοβερό, εκτός κι αν κάποιοι το επιθυμούν.

4. Απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών
Νομίζω ότι εάν τα προγράμματα καταρτισθούν σύμφωνα με την πρόταση που εξέθεσα και οι διδάσκοντες θεολόγοι είναι κατάλληλοι φορείς της αγωγής, τότε δεν θα υπάρχη η τάση να ζητούν οι γονείς και οι μαθητές την απαλλαγή τους από το μάθημα των Θρησκευτικών.

Εν πάση περιπτώσει, η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών μπορεί να ισχύση, όταν συντρέχουν δύο όροι.

Ο πρώτος όρος, όταν δηλώνεται από τους μαθητές ή τους γονείς τους ότι οι μαθητές θέλουν να απαλλαγούν για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, επειδή είναι «ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι και άθεοι ή άθρησκοι», όπως επιτάσσει η νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Ο δεύτερος όρος είναι όσοι ζήτησαν να απαλλαγούν, θα πρέπει να διδαχθούν άλλο μάθημα, το οποίο θα αναφέρεται στον πολιτισμό της χώρας. Στο πολιτιστικό αυτό μάθημα θα έχουν την δυνατότητα οι μαθητές να μάθουν το πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί όταν κανείς δεν δέχεται τον κοινωνικό χώρο στον οποίον ζή, με την όλη πολιτιστική του δομή, τότε θα απωθηθή στο λεγόμενο περιθώριο της κοινωνίας.

Όταν κάνουμε λόγο για περιθώριο της κοινωνίας εννοούμε τα διάφορα γκέτο, οι κοινότητες που βρίσκονται σε κατάσταση κοινωνικής μειονεξίας, ο «εξω-κοινωνικός χώρος», όσοι βρίσκονται σε «κοινωνικό αποκλεισμό», και γενικά περιθωριακός άνθρωπος είναι εκείνος που είτε με την θέλησή του είτε χωρίς αυτήν, απομακρύνεται από την κοινωνία ή ο τρόπος παραγωγής τον πετάει έξω από την κοινωνία έστω για λίγο χρονικά διάστημα (Αριστείδης Βαρριάς, Περιθωριακότητα και Εκκλησία).

Βέβαια, μερικοί ισχυρίζονται ότι για να απαλλαγούν από το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν θέλουν να εκφράσουν την θρησκευτική ή αθεϊστική τους συνείδηση για να προστατευθούν, γι’ αυτό ζητούν την απαλλαγή τους, χωρίς να προσδιορίζουν τα ιδεολογικά πιστεύματά τους.

Όμως, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθή για δύο σοβαρούς λόγους.

Ο πρώτος λόγος, σύμφωνα με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, είναι ότι σε κάθε ευνομούμενη Πολιτεία υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται και επιβάλλεται «η γνωστοποίηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ατόμου προς το κράτος». Αυτές οι γνωστοποιήσεις είναι «πολύ συχνά αναγκαίες για την ατομική ή ομαδική άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας, είτε ως ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, είτε ως ελευθερίας του θρησκευτικού συνεταιρισμού, είτε ως ελευθερίας της λατρείας».

Μερικά παραδείγματα με τα οποία ο πολίτης γνωστοποιεί τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις είναι η δήλωση μη εκπλήρωσης «τών στρατιωτικών υποχρεώσεων για λόγους συνειδησιακής αντίρρησης» που τεκμηριώνεται∙ η δήλωση και τέλεση θρησκευτικού γάμου, «εφόσον αυτή καταχωρίζεται από την αρμόδια κρατική αρχή και έχει έννομες συνέπειες»∙ η δήλωση σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη σε ποιά εκκλησία ανήκει ένας πολίτης που έχει σχέση με την φορολογία∙ η δήλωση για το όνομα ενός ανθρώπου και η αλλαγή του ονόματος «λόγω αλλαγής θρησκευτικών πεποιθήσεων», αλλά και η αμφίεση όταν το κράτος τηρεί φωτογραφικό αρχείο∙ η αίτηση των μελών «μιάς θρησκευτικής συσσωμάτωσης» για την ίδρυση ναού ή ευκτηρίου οίκου∙ η ζήτηση αδείας για ίδρυση ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού∙ η ίδρυση θρησκευτικού σωματείου και η εγγραφή στα βιβλία του Πρωτοδικείου της έδρας του ή η σύσταση ιδρύματος θρησκευτικού χαρακτήρα με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος.

Γενικά, «η δήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων προς κρατική αρχή είναι σε αρκετές περιπτώσεις στοιχείο αναγκαίο για την θετική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, ιδίως όταν οι φορείς άσκησής της συνιστούν μειονότητα σε σχέση με την επικρατούσα θρησκεία, αλλά και όχι μόνον».

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο φόβος να υποστούν οι μαθητές διάφορες συνέπειες, εάν αποκαλύψουν το θρήσκευμά τους, δηλώνει την ύπαρξη ενός Κράτους που δεν λειτουργεί με δημοκρατικό τρόπο. Μιά καλώς ευνομούμενη Δημοκρατία προστατεύει τους πολίτες της, ακόμη και αυτούς που αποτελούν μειοψηφία, με τους θεσμούς, τους νόμους, οπότε δεν πρέπει να υφίσταται κίνδυνος καταδιώξεως ή καταπατήσεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Άλλωστε, εμείς στην Ελλάδα έχουμε δώσει δείγματα, ακόμη και σε δύσκολες περιστάσεις, ότι είμαστε ευαίσθητοι σε κάθε ξένον, πρόσφυγα, μετανάσταση, αλλόθρησκο και αλλόδοξο και προστατεύουμε τα δικαιώματά τους το να πιστεύουν και να λατρεύουν σύμφωνα με τις ατομικές τους πεποιθήσεις. Εάν παρατηρήθηκαν διάφορες εκτροπές, αυτό είναι εξαίρεση του κανόνος.

Μακαριώτατε,
αγαπητοί αδελφοί
Μέ την εισήγησή μου αυτή δεν φιλοδόξησα να εξαντλήσω το θέμα του περιεχομένου και της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών, αλλά να θίξω μερικές πλευρές του. Κυρίως εκείνο που ήθελα να τονίσω είναι ότι θα πρέπει να υπερβούμε τις αντιπαλότητες, να βρούμε μια λύση, η οποία να συγκεράση τις δύο αντίθετες πλευρές.

Η πρότασή μου, λοιπόν, είναι να επικεντρωθή το ενδιαφέρον στο τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών με την δική του θεματική μεθοδολογία, στο οποίο όμως να γίνουν μερικές βελτιώσεις, εντάσσοντάς το στα σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, οπότε να εισαχθούν σε κάθε βιβλίο –όχι σε κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ανάλογα με την θεματολογία του βιβλίου, αφού όμως δοθή προτεραιότητα στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως εφαρ-μογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών.

Αυτή η πρόταση είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, τις αποφάσεις των Ανωτάτων Διοικητικών Δικαστηρίων της Χώρας μας και της ευρωπαϊκής πολιτικής. Ωστόσο, μόνον οι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι και οι άθρησκοι έχουν το συνταγματικό δικαίωμα να ζητήσουν απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών, για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, με την υποχρέωση όμως να διδαχθούν άλλο μάθημα.

 

Σχολιασμός του Σεβ. Μητροπολίτου Ηλείας κ. ΓΕΡΜΑΝΟΥ για την σχολική βία

E-mail Εκτύπωση PDF
Προς τον αξιότιμον Διευθυντήν της Εφημερίδος ΠΑΤΡΙΣ Πύργου

Ενταύθα

 Αγαπητέ μου κ. Διευθυντά,

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ,

Δια να καταργήση τον θάνατον, να φωτίση τους ανθρώπους να ακολουθούν δρόμους που ανυψώνουν αυτούς και τους συνανθρώπους τους· Δια να μας προλαμβάνη από ελλείψεις, ελαττώματα και πράξεις, που μας δημιουργούν δυσκολίες και πόνους στην ζωή, αλλά και δια να μας ολοκληρώνη ως ανθρώπους και πολίτας.

Αγαπητέ μου κ. Διευθυντά ,

Η επιστολή μου αυτή οφείλεται στο γεγονός, ότι εδιάβασα στο χθεσινό Φύλλο της ΠΑΤΡΙΔΟΣ (24-4-2015) και στην Στήλη : ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΠΑΝΤΟΥ, δημοσίευμά σας με τίτλον: Ο Πατέρας του 18χρονου Μαθητού που έγδυσαν στην Πενθήμερη εκδρομή, «λύνει» την σιωπή του».

Επειδή το φαινόμενο τούτο της σχολικής βίας από μαθητάς σε συμμαθητάς των, δυστυχώς, ΔΕΝ είναι το μόνον. Κάτι παρόμοιο προ καιρού έγινε και σε μαθητή Σχολείου του Πύργου σε σχολική εκδρομή, δια το οποίο εγράψατε και εσείς στην ΠΑΤΡΙΔΑ. Και επειδή βλέπω ότι η σχολική βία - ξενόφερτο και αυτό φρούτο - όλο και   περισσότερο λαμβάνει διαστάσεις - κοντεύει   να   γίνη μόδα-μάστιγα   των Μαθητών – αισθάνθηκα την ανάγκη, ως πνευματικός Πατέρας, να κάνω ένα εποικοδομητικό σχόλιο δια την αντιμετώπισι του τρομερού αυτού φαινομένου, που βασανίζει πολλούς μαθητάς και έφθασε μέχρι να προκαλέση και θάνατο. Λοιπόν:

1. Επιθυμώ να τονίσω, ότι το φαινόμενον παρατηρείται σε παιδιά -αγόρια και κορίτσια – που ΔΕΝ είναι ζωντανά μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και δεν ζουν Χριστιανική ζωή. Και ο άνθρωπος που ζει μακρυά από τον Θεόν, πράττει συνήθως όλα τα κακά στους άλλους, αλλά και πολλές φορές και στον ίδιο του τον εαυτόν.

2. Το Υπουργείο Παιδείας από την δεκαετίαν του 1980 εχαλάρωσε την σχολική πειθαρχία και αφήρεσε τα ειδικά διακριτικά των παιδιών (ποδιά και πηλίκιον)· Τα άφησε απαιδαγώγητα στο καλό, στην αρετή και στην πρόοδο, και ακόμη τα εχάϊδεψε πονηρά με τις κατά καιρούς οδηγίες του και τα άφησε στην τύχη τους και στην προαίρεσί τους. Έτσι εγκαταλελειμμένα ενόμισαν και νομίζουν ότι πλέον είναι ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν. Ο άνθρωπος όμως από βρέφος ρέπει προς το κακό και αν δεν διαπαιδαγωγηθή χριστιανικά θα πράξη το κακό, οπότε ασφαλώς θετικά ή άρνητικά πάσχει και υποφέρει και ο ίδιος.

Θα ενθυμήσθε ακόμη, ότι το Υπουργείον Παιδείας εσκέπτετο να κάμη στα Σχολεία δια τους Μαθητάς ειδικά καπνιστήρια – δια να μη καπνίζουν δήθεν στα αποχωρητήρια - , αντί να δώση εντολή στους Υπευθύνους των Σχολείων ότι στους Μαθητάς απαγορεύεται το κάπνισμα. Αργότερα μάλιστα Υπουργός Παιδείας εζήτησε δημοσίως και άρχισε και στην Βουλή συζήτησις, να αποφασισθή να αφήσουν τα ελαφρά ναρκωτικά ελεύθερα. Όπως όλοι γνωρίζουμε όμως όλοι οι χρήστες των σκληρών ναρκωτικών, τα οποία οδηγούν τον άνθρωπο στην αθλιότητα και τελικά στον θάνατον, ξεκίνησαν από τα ελαφρά ναρκωτικά.

Και στις ημέρες μας τα ίδια όργανα άρχισαν να παίζουν. Εδιάβασα στον Τύπο ότι «στις 9 Μαΐου θα γίνη Συλλαλητήριο υπέρ της Κάναβης στο Σύνταγμα ... από την Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ και από τον τομέα Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ ...». Ασφαλώς οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν άλλη δουλειά να κάνουν!! Προφανώς όμως αυτά είναι και προσυνεννοημένα , ώστε με τις ενέργειές τους αυτές να βρη αφορμή τάχα ο αρμόδιος ομοϊδεάτης τους Υπουργός να πραγματοποιήση τώρα και τούτο, όπως απεφάσισαν ήδη και πριν λυθούν τα σοβαρά θέματα που απασχολούν όλους τους Έλληνες, την κατάργησι της φυλακής υψίστης ασφαλείας και την έξοδο από τις Φυλακές του τρομοκράτη Ξηρού. Όμως δικαιώματα έχει και η πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού και όχι μόνον οι τεμπέληδες και οι εγκληματίες.

Άλλος Υπουργός πάλιν απαγόρευσε παλαιότερα την εξομολόγησι των Μαθητών στα Σχολεία, περιώρισε τις ώρες των Θρησκευτικών σ’αυτά – σε κάποιες τάξεις δεν κάνουν καθόλου θρησκευτικά - και ανέθεσε την υπευθυνότητα του Εκκλησιασμού των Μαθητών στον Σύλλογο των Καθηγητών, ώστε σήμερα να υπάρχουν Σχολεία που πολύ σπάνια εκκλησιάζονται ή ένα – δύο Σχολεία έβγαλαν και τις εικόνες του Χριστού από τις Σχολικές Αίθουσες.

Δεν είναι πολύς καιρός μάλιστα που συζητείται στο Υπουργείο Παιδείας το θέμα, το μάθημα των θρησκευτικών να γίνη θρησκειολογικό, ώστε τα παιδιά να μη μαθαίνουν την πίστι των γονέων τους , όπως επιτάσσει το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδος, το οποίον στο άρθρο 16, παράγραφον 2, ορίζει: «Η Παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες», και δεν λέει ότι μπορεί κάθε Υπουργός να αποφασίζει ό,τι θέλει.

Επίσης ο ισχύων Νόμος 1566/1985 περί Εκπαιδεύσεως στο άρθρον 1 ορίζει: «Σκοπός της Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν την δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικώτερα υποβοηθεί τους μαθητές : α) Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, ... και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής παραδόσεως. . .».

3. Θέλω όμως επίσης να επισημάνω επικριτικά, κ. Διευθυντά, και το γεγονός ότι ο σημερινός Υπουργός Παιδείας, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, πρώτο μέλημα είχε να διατάξη την κατάργησι των Σχολικών Βραβείων, δηλαδή την από τους αρχαιοτάτους Ελληνικούς χρόνους θεσπισθείσαν ευγενή άμιλλα, και να καταργήση τον νόμον δια τους αιωνόβιους φοιτητάς. Δηλαδή τους εκάλεσε να ξαναέλθουν στα Πανεπιστήμια, προφανώς για να αναστατώνουν κάθε τόσο τα Πανεπιστήμια με τις καταλήψεις, να κάνουν πορείες για να σπάνε τις τζαμαρίες των καταστημάτων, να καίνε σπίτια και αυτοκίνητα, οι δε γονείς τους να εξοδεύουν χρήματα διά το φαγητό και την διαμονή τους!!

4. Δια τούτο, κ. Διευθυντά μου, έγραψα παλαιότερα στον τότε Υπουργό Παιδείας, ότι εφ ’ όσον δεν θέλετε τα θρησκευτικά και τους Κληρικούς στα Σχολεία, τότε ασφαλώς θα αναγκασθήτε να διορίσετε στα Σχολεία μας «ψυχιάτρους». Και ιδού σήμερα εκεί έχουμε φθάσει· Να θέλουν οι μαθηταί ψυχολογική στήριξη!!

Αγαπητέ μου κ. Διευθυντά.

Αν θέλουν οι Κυβερνώντες να παύση η βία στα Σχολεία και να είναι, και να γίνουν αν δεν είναι, οι Μαθητές και οι Φοιτητές αληθινές προσωπικότητες, χρήσιμες δια τον εαυτόν τους, την οικογένειά τους και την Κοινωνία μας, πρέπει Κράτος και Κοινωνία να μη βοηθούν στην απομάκρυσι των Μαθητών από τον Θεόν και την Εκκλησία μας. Άλλωστε οι Έλληνες από αρχαιοτάτων χρόνων ήσαν θεοφοβούμενοι - έτσι τους βρήκε ο Απόστολος Παύλος τους Αθηναίους (ίδετε Πράξεις Αποστόλων, Κεφάλαιον ΙΖ , στίχοι 16-34)- και γι΄αυτό έλεγαν: «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Γιατί ο Χριστός κάνει τον άνθρωπον αληθινά ελεύθερον, ολοκληρώνει την προσωπικότητά του, αλλά και τον διδάσκει να αγαπά τον συνάνθρωπόν του «ως τον εαυτόν του», να εργάζεται δια την ειρήνην του σύμπαντος κόσμου και αν χρειασθή να θυσιάση προς τούτο και τον εαυτόν του.

Δια τούτο, αν θέλουν οι Κυβερνώντες και η Κοινωνία να παύση και το κακό της βίας στα Σχολεία, ας βοηθήσουν να έλθουν τα παιδιά μας κοντά στον Χριστό. Άλλως θα έχουν αυτοί ολόκληρη την ευθύνη της σχολικής βίας και κάποτε-αργά ή γρήγορα -η ευθύνη αυτή θα τους αποδοθή.

 Με ευχές, ευχαριστίες και εκτίμησι

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο Ηλείας ΓΕΡΜΑΝΟΣ
 

Περί ευχών σε Τρισάγιο

E-mail Εκτύπωση PDF

Αγαπητέ μου κ. Θεοχάρη,

Χαίρε πάντοτε οικογενειακώς, ήτοι μαζί με την εκλεκτή σου σύζυγο, τα παιδιά σας και τα τρία εγγόνια σας.

Έλαβα το ηλεκτρονικό μήνυμά σου και θέλω να σε συγχαρώ θερμά, πρώτον μεν γιατί είσαι ένας καλός χριστιανός που δεν ξέχασες να κατέβης από την Θράκη στην Μακεδονία, στο Καλαμωτό Θεσσαλονίκης, δια να προσευχηθής και να διαβάσης τρισάγιο στον τάφο των γονέων σου το περασμένο Ψυχοσάββατο, αφ’ ετέρου δε γιατί επρόσεξες τον ιερέα να λέγη· «Ο τον θάνατον καταπατήσας, τον δε διάβολον καταργήσας», ενώ εσύ ήξερες να λέγεται· «Ο τον θάνατον καταργήσας, το δε διάβολον καταπατήσας».

Αγαπητέ Θεοχάρη, πράγματι το ορθότερον είναι αυτό που εσύ χρόνια άκουγες· «Ο τον θάνατον καταργήσας, τον δε διάβολον καταπατήσας». Όμως μερικά ευχολόγια το γράφουν «ο τον θάνατον καταπατήσας, τον δε διάβολον καταργήσας», που δεν είναι εντελώς λανθασμένο. Γιατί και τούτο έχει τις αγιογραφικές και τις λατρευτικές του ρίζες. Όπως:

Λέγει ο Απόστολος Παύλος· Ο χριστός ήλθε «ίνα καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτ’ έστι τον διάβολον.....» (ΕβραίουςΒ΄ 14). Επίσης το Πάσχα και στην συνέχεια 40 ημέρες θα ψάλλωμε καθημερινά και πολλές φορές την ημέρα· «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας....».

Καλό υπόλοιπον της Μ. Τεσσαρακοστής και καλή Ανάστασι με φώς, δύναμι και οικογενειακή χαρά.

 † Ο Μητροπολίτης Ηλείας ΓΕΡΜΑΝΟΣ

 

Ραδ. Σταθμός Ι.Μ. Ηλείας 107,6FM

radiosima